Διαβάτη, τον δρόμο τον φτιάχνεις περπατώντας

Το κείμενο ανήκει στην Σάσσα Μεταλληνού-Chaitow. Δημοσιεύθηκε την 11/10/14 στο περιοδικό ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ που κυκλοφορεί με τον Ελεύθερο Τύπο. Επιτρέπεται η αναμετάδοση του συνδέσμου της σελίδας, απαγορεύεται όμως η αντιγραφή και ανάρτηση μέρους ή ολόκληρου του κειμένου σε οποιοδήποτε έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο χωρίς την έγγραφη άδεια της συγγραφέως.

«Κάθε αρχή και δύσκολη», είπα χαμογελαστή στους μαθητές μου που φέτος ξεκίνησαν την Α’ Λυκείου και ήρθαν γεμάτοι παράπονα στο μάθημα Αγγλικών, με το δίκιο τους διαμαρτυρόμενοι για τον φόρτο εργασίας και τις ευθύνες που τους φορτώθηκαν ενώ πολλοί από αυτούς ακόμη δεν έκλεισαν τα 16 τους χρόνια. «Πως γίνεται όλο το μέλλον μου να εξαρτάται από τις φετινές μου επιδόσεις;» μου είπε λυπημένα μια (πανέξυπνη και κατά τ’αλλα κεφάτη) μαθήτρια. «Μας πέταξαν στα βαθιά και δεν ξέρουμε μπάνιο», είπε ένας άλλος.

Πάγωσα, σκεπτόμενη το μάθημα που είχα προετοιμάσει με θέμα τις προσδοκίες και τις φιλοδοξίες τους για το μέλλον. Από τις 08:00 το πρωί τα παιδιά αυτά πήγαιναν από μάθημα σε μάθημα, και η ώρα ήταν 19:00… Πώς να τα βοηθήσω να κρατήσουν μέσα τους ζωντανή τη φλόγα της ελπίδας για το μέλλον, και πώς να τους εμφυσήσω την αγάπη για τη μάθηση παρ’αυτά;

mathites Στο ρόλο μου ως εκπαιδευτικός, σ’αυτό το διαλυμένο σύστημα όπου η παραπαιδεία γίνεται όλο και πιο αναγκαία, έχω προτεραιότητα πρώτα την οχύρωση των μαθητών μου με δεξιότητες που θα τα βοηθήσουν να αντιμετωπίσουν τη ζωή, και ακολουθεί δεύτερη η εκμάθηση της τόσο απαραίτητης ξένης γλώσσας. Γιατί αν τα παιδιά δεν γνωρίζουν γιατί είναι υποχρεωμένα να επωμίζονται αυτά τα βάρη σε τόσο μικρή ηλικία, τότε αργά ή γρήγορα θα μισήσουν τη μάθηση.

Και το μίσος της μάθησης έχει, με μαθηματική ακρίβεια, ένα από τρία αποτελέσματα: Ή την αντίδραση και την αποστροφή, που γρήγορα οδηγεί στην απαξίωση και το σύμπλεγμα κατωτερότητας (ο μαθητής που τα βρήκε σκούρα και σταμάτησε να προσπαθεί). Ή την εξάντληση και την υπερκόπωση (ο συνεπής μαθητής που κάποια στιγμή υπερβαίνει τις δυνάμεις του). Ή την επιτυχία κόντρα σε όλα, ενάντια στις πιθανότητες (ο μαθητής που καταφέρνει να δυναμώσει μέσα από τις δυσκολίες).

Η επιτυχία δεν είναι απαραίτητο να είναι ο στόχος που έβαλε εξ’αρχής το παιδί (ή αυτός που έβαλαν άλλοι για εκείνο), αλλά ενδέχεται να είναι η ανάπτυξή του σαν προσωπικότητα, η ικανότητα να ελίσσεται και να κάνει την κάθε ανατροπή ευκαιρία, γιατί η ζωή δεν είναι ούτε προβλέψιμη, ούτε η επιτυχία μετριέται με την βαθμοθηρία.

 Περί παιδείας

 Πριν από τέσσερα χρόνια πήρα την απόφαση να ξεκινήσω διδακτορική έρευνα στο Πανεπιστήμιο του Έξετερ. Η θεματολογία μου ασυνήθιστη: η διασταύρωση του κινήματος των Συμβολιστών καλλιτεχνών με τις μεταφυσικές φιλοσοφίες που άνθιζαν στο Παρίσι κατά την Μπελ Εποκ (τέλη 19ου αιώνα).

Οι φιλοδοξίες μου ήταν συγκεχυμένες. Οι περισσότεροι συνομήλικοι υποψήφιοι διδάκτορες (κάτοικοι εξωτερικού όλοι), είχαν

Στο διεθνές συνέδριο «Μια κοινωνία που πεθαίνει ή μια Αναγέννηση για τον 21ο αιώνα», Νοε. 2009, στο Παν/μιο της Ινδιανάπολης.

Στο διεθνές συνέδριο «Μια κοινωνία που πεθαίνει ή μια Αναγέννηση για τον 21ο αιώνα», Νοε. 2009, στο Παν/μιο της Ινδιανάπολης.

ξεκάθαρο στόχο την συμβατική ακαδημαϊκή καριέρα, η οποία απαιτεί συχνά δημοσιεύματα σε ακαδημαϊκά περιοδικά, τη συχνή εμφάνιση σε ακαδημαϊκά συνέδρια, στενή συνεργασία με υψηλόβαθμους ακαδημαϊκούς, και την σταθερή, σταδιακή άνοδο της «ακαδημαϊκής σκάλας» με απώτερο στόχο κάποια πανεπιστημιακή έδρα.

Προσωπικά δεν μ’ενδιέφερε η κατάκτηση κάποιας έδρας. Μ’ενδιέφερε η μάθηση, η ανάπτυξη δεξιοτήτων, αλλά και το θέμα μου το ίδιο που θεωρούσα ότι μπορεί να είναι χρήσιμο σε τρίτους. Κοινώς, μ’ενδιέφερε ο κοινωνικός ρόλος της ανώτατης εκπαίδευσης και θεωρούσα (όπως εξακολουθώ να θεωρώ) ότι  οι ανακαλύψεις και τα πορίσματα της έρευνας έπρεπε να διαχέονται στην κοινωνία με έναν τρόπο που να αφορά το σύνολο, και όχι να παραμένουν σε κλειστές αίθουσες και βιβλιοθήκες, ή να αλιεύονται οι ιδέες που εμπεριέχουν από επίδοξους δημοσιογραφίσκους με αποτέλεσμα την εξάπλωση της παραφιλολογίας.

Όμως, πολύ γρήγορα διαπίστωσα ότι αυτή μου η άποψη ήταν εξαιρετικά κατακριτέα εντός της ακαδημαϊκής κοινότητας στην οποία βρισκόμουν τότε. Οι επιβλέποντες καθηγητές μου και άλλοι υψηλόβαθμοι ακαδημαϊκοί με τους οποίους συνομιλούσα με αποθάρρυναν από την ενασχόληση με το ευρύ κοινό, και είχαν αρνητική στάση απέναντι στις συγγραφικές και δημόσιες δραστηριότητές μου όπως η σύνταξη της παρούσας στήλης – αποθάρρυναν οτιδήποτε δεν αύξανε το ακαδημαϊκό μου κασέ (και κατ’επέκταση το δικό τους).

Ταυτόχρονα, καθ’ότι τότε ήμουν εγγεγραμμένη σε τμήμα Ιστορίας, εναντιώθηκαν σθεναρά στην προσπάθειά μου να εστιάσω στο

Παρουσιάζοντας το θέμα του διδακτορικού μου σε κεντρικό βιβλιοπωλείο του Λονδίνου, μια μέρα πριν την τελική προφορική εξέταση.

Παρουσιάζοντας το θέμα του διδακτορικού μου σε κεντρικό βιβλιοπωλείο του Λονδίνου, μια μέρα πριν την τελική προφορική εξέταση.

περιεχόμενο των φιλοσοφιών που μελετούσα, επιμένοντας ότι έπρεπε να κάνω μια στεγνή και στείρα χρονογράφηση της εξέλιξης αυτών των ιδεών, και να αφήσω την ανάλυση του περιεχομένου «στους φιλόλογους». Καθ’ότι όμως ήμουν ήδη φιλόλογος και ζωγράφος, συνειδητοποίησα ότι μου ζητούσαν να αφήσω πίσω όλα όσα με οδήγησαν εξαρχής στις σπουδές αυτές, όπως και να εγκαταλείψω το ένα πράγμα που μου έδινε κίνητρο: την διάχυση και ανταλλαγή ιδεών με τον κόσμο.

Παράλληλα, ειδικά  στην Ελλάδα είχα ήδη βιώσει μεγάλο αριθμό διαμαχών με ανθρώπους που ενδιαφέρονταν για αυτές τις θεματολογίες, αλλά που τις μελετούσαν από περισσότερο βιωματική ή εμπειρική σκοπιά. Επέμεναν ότι η ακαδημαϊκή προσέγγιση ήταν ανούσια και ανώφελη. Που να τους εξηγούσα… Με εμπόδια και από τις δύο πλευρές της προσωπικής μου πραγματικότητας, μέχρι το τέλος του πρώτου έτους, βρέθηκα σε ένα σταυροδρόμι. Ή έπρεπε να αποδεχτώ ότι είχα κάνει λάθος, να αφήσω τα όνειρα και να πάω για ψάρεμα, ή έπρεπε να βρω έναν τρόπο να κάνω αυτό που ήθελα.

Έτσι, πήρα τις σημειώσεις και την υπάρχουσα μελέτη μου και έκανα μεταγραφή στο Πανεπιστήμιο του Έσσεξ, στο διακλαδικό τμήμα Φιλολογίας. Εκεί, μέσα στα επόμενα τρία χρόνια βρέθηκα με μια επιβλέπουσα επιτροπή που απαρτιζόταν από καθηγητές πέντε διαφορετικών ειδικοτήτων (φιλολογία, μυθολογία, ψυχολογία, πολιτισμολογία, ιστορία), οι οποίοι στήριξαν μεν τον φιλόδοξο ερευνητικό μου στόχο, μου επέβαλαν όμως μεγάλη προσοχή κι ακριβολογία προκειμένου να δικαιολογήσω την επιλογή μου.

Ένας μοναχικός δρόμος

Τα επόμενα τρία χρόνια ήταν ίσως τα πιο δύσκολα της ζωής μου. Η διδακτορική έρευνα σε απομονώνει αφού απαιτεί αφενός πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα μοναχικής μελέτης, αφετέρου ο στόχος είναι να αποδείξεις ότι είσαι ικανός ανεξάρτητος ερευνητής, ο οποίος όμως τηρεί όλες τις μεθοδολογικές απαιτήσεις αυτού του επιπέδου. Κάθε δήλωση, κάθε ισχυρισμός, πρέπει να τεκμηριώνεται. Αν είναι αμφισβητήσιμος ένας ισχυρισμός, πρέπει να γνωρίζεις και να αναφέρεις τις αντίθετες απόψεις. Πρέπει να επιχειρηματολογείς προσεκτικά υπέρ της θέσεώς σου και να προλαβαίνεις – ή να ανατρέπεις – τις προϋπάρχουσες θέσεις με στοιχεία και επιχειρήματα – όχι απαξιώνοντάς τες, αλλά στοιχειοθετώντας την κάθε σου λέξη.

 

Η καθημερινή πραγματικότητα της διδακτορικής μελέτης...

Η καθημερινή πραγματικότητα της διδακτορικής μελέτης…

Ο φόρτος εργασίας σημαίνει ότι η κοινωνική και η οικογενειακή ζωή έρχονται σε τρίτη μοίρα…. όπως και ο ύπνος και κάθε άλλο ενδιαφέρον. Για τέσσερα ή και περισσότερα χρόνια πρέπει εσύ να διδάξεις τον εαυτό σου, να επιδείξεις συγκροτημένη σκέψη, επιχειρηματολογία και γραφή, να εναντιωθείς ή να επιδείξεις μόνος σου τη θέση σου στην υπάρχουσα βιβλιογραφία, και να προλάβεις όλες τις πιθανές αντιρρήσεις των εξεταστών σου.

Στην πορεία αυτή ο ρόλος των επιβλεπόντων καθηγητών είναι ελάχιστος – σου εφιστούν τη προσοχή στα αδύναμα σημεία και σε προκαλούν, αλλά δεν σου δίνουν τις λύσεις. Εσύ πρέπει να το κάνεις αυτό, και μόνον τότε ίσως να αξίζεις τον τίτλο του διδάκτορα, τον οποίο όμως θα λάβεις μονάχα εάν μπορέσεις να επαναλάβεις την επιχειρηματολογία σου στην προφορική εξέταση, ελέω της διάθεσης των εξεταστών (υψηλόβαθμοι καθηγητές που όμως δεν είναι ποτέ γνωστοί σου).

Το αποτέλεσμα

Το πτυχίο διδάκτωρος που μόλις μου απονεμήθη

Το πτυχίο διδάκτωρος που μόλις μου απονεμήθη

Πριν από λίγους μήνες κατέθεσα την ολοκληρωμένη μου έρευνα στο Πανεπιστήμιο, και πριν από λίγες εβδομάδες πέρασα επιτυχώς και την προφορική εξέταση. Ενώ φίλοι και συγγενείς πανηγύρισαν μόλις έμαθαν τα καλά νέα, εγώ βρέθηκα σε έναν πολύ σιωπηλό στοχασμό. Η απονομή του διδακτορικού τίτλου ήταν μεν η συμβολική επιβράβευση του κόπου μου, αλλά δεν μου έλεγε τίποτα αν δεν μπορούσα να κάνω κάτι χρήσιμο με όσα έμαθα. Κι εκεί, οι δικοί μου μαθητές μου έδειξαν το δρόμο.

Πέρα από τα θεωρητικά πράγματα που έμαθα γύρω από το αντικείμενο της έρευνάς μου, έμαθα πολλά περισσότερα πράγματα. Για την ανθρώπινη αντοχή και θέληση. Για την (αλ)χημική αντίδραση που συμβαίνει όταν η φιλοδοξία συναντά την πραγματικότητα. Για τον ρόλο της εκπαίδευσης και της τέχνης στην κοινωνία. Και όταν ήρθα αντιμέτωπη με τα παράπονα των μαθητών μου, συνειδητοποίησα ότι οι τίτλοι είναι όντως άχρηστοι αν δεν πάρουμε τα βιώματα που εκπροσωπούν και δεν τα κάνουμε κάτι χρήσιμο. Μοιραία η σκέψη πηγαίνει στην μορφή εκπαίδευσης που μόλις πέρασα, και στις απαιτήσεις μιας σχολής ακαδημαϊκών για «περγαμηνές» έναντι της άλλης σχολής για την «καλλιέργεια του εαυτού». Επέλεξα τον δεύτερο δρόμο, και τώρα θεωρώ ότι ο μόνος τρόπος να τιμήσω τον τίτλο μου είναι να μεταφέρω όσα έμαθα στους μαθητές μου.

Όχι, δεν έχω σκοπό να κάνω μικρούς διδάκτορες τους μαθητές γυμνασίου και λυκείου που έχω υπ’ευθύνη μου. Αλλά οφείλω να τους πείσω, εκ πείρας πια, ότι κανείς δεν χάνεται – η ζωή έχει πάντοτε γυρίσματα και την πορεία μας τη χαράζουμε οι ίδιοι, αρκεί να βρούμε τρόπο να ανταποκρινόμαστε στις συνθήκες και στις αναποδιές. Ακόμη και στις παρούσες συνθήκες, ακόμη και αντιμέτωποι με ένα άδικο, σάπιο σύστημα, ακόμη και στις πιο δύσκολες και μοναχικές στιγμές. Επιτυχία δεν είναι οι βαθμοί, οι τίτλοι, και η αναγνώριση. Επιτυχία είναι το να αναλαμβάνεις την ευθύνη του εαυτού σου και να αντιμετωπίζεις το αύριο με ελπίδα, θάρρος, και αρκετό θράσος.

Μέχρι πρότινος έλεγα σε φίλους που σκέφτονται τη διδακτορική μελέτη ότι το είχα μετανιώσει, και να το κάνουν μόνο αν είναι σίγουροι ότι θέλουν να κυνηγήσουν συμβατική ακαδημαϊκή καριέρα. Όμως, οι μαθητές μου μου έμαθαν ότι δεν είχα δίκιο. Είναι μια μοναχική οδοιπορία μερικών ετών, επάνω από εξαιρετικά σκληροτράχηλο, ανηφορικό έδαφος δίχως χάρτη. Εσύ πρέπει να χαρτογραφήσεις το αφιλόξενο αυτό τοπίο, κι αυτό σε αλλάζει. Σε σμιλεύει. Σε πονάει. Και σε ελευθερώνει. Πρέπει να πας, να γυρίσεις, και να μπορέσεις να δώσεις τον χάρτη στον επόμενο, που θα συνεχίσει από εκεί που πήρες τη στροφή του γυρισμού. Και μαζί με τον χάρτη να του δώσεις και το θάρρος να το κάνει.

Γι’αυτό λοιπόν, θα ενθάρρυνα κάθε επίδοξο ταξιδιώτη να το κάνει. Γιατί, με τα λόγια του Ισπανού ποιητή Αντόνιο Ματσάντο (κι αυτό ισχύει για όλους, και όχι μόνο τους μαθητές κάθε βαθμίδας): «διαβάτη, δρόμος δεν υπάρχει. Τον δρόμο τον φτιάχνεις περπατώντας.» Τα λόγια αυτά τα είχα δει γραμμένα με σπρέι σ’εναν τοίχο την πρώτη μέρα που πήγα στη σχολή ζωγραφικής Βακαλό, πριν πολλά χρόνια στην Αθήνα. Με στοιχειώνουν και με δυναμώνουν ακόμη…

Who is who

Η Σάσσα Μεταλληνού-Chaitow είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Έσσεξ με ειδίκευση στη λογοτεχνία και την πολιτισμολογία. Είναι κάτοχος δύο μεταπτυχιακών, φιλολογίας και ιστορίας πολιτισμού, ζωγράφος και συγγραφέας. Αρθρογραφεί σε ακαδημαϊκά και πολιτιστικά περιοδικά στη Σουηδία, την Αγγλία, τις ΗΠΑ και την Ισπανία, κι έργα της έχουν εκτεθεί στην Ελλάδα και την Ισπανία.  Είναι συγγραφέας της μονογραφίας «Αναζητώντας τον Ζοζεφέν Πελαντάν: Ένας Βαβυλώνιος Μάγος στο Παρίσι». Παράλληλα εργάζεται ως ζωγράφος, καθηγήτρια, και εκπαιδεύτρια ενηλίκων, ενώ επίσης διευθύνει την εξειδικευμένη γκαλερί ICON στην παλαιά πόλη της Κέρκυρας.