Τέχνη και Σύμβολα: Η Υλοποίηση του Αοράτου

[box type=”info”] Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση των παρακάτω επί μέρους στοιχείων (βίντεο, συνέντευξη, κείμενο, αφίσα) ΜΟΝΟ εφόσον συνοδεύονται από επεξήγηση και ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα -ομιλήτρια Sasha Μεταλληνού-Chaitow, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση[/box]

Peladan Corfu copyΑπό τη δημόσια διάλεξή μου  με τίτλο «Τέχνη και Σύμβολα: Η Υλοποίηση του Αοράτου», που διεξήχθη στο ξενοδοχείο Bella Venezia, στην Κέρκυρα. 

Η ομιλία αυτή εξερευνά τα φιλοσοφικά και μεταφυσικά ιδανικά που πυροδότησαν το όραμα και το έργο των Συμβολιστών ζωγράφων και λογίων της Γαλλικής Μπελ Επόκ, για μια εκρηκτική κοινωνική αναγέννηση μέσα από τις τέχνες, θέμα που αποτέλεσε και το επίκεντρο της διδακτορικής μου έρευνας.

Παρακάτω βρίσκετε μια εισαγωγή στο θέμα και την ηχογραφημένη συνέντευξή μου με τη δημοσιογράφο Μαρία Παπαδάκη στον ΕΡΑ Κέρκυρα σχετικά με το θέμα της εκδήλωσης.

 

 

 

[box]Συνέντευξη της Σάσσας Μεταλληνού-Chaitow με τη δημοσιογράφο Μαρία Παπαδάκη στον ΕΡΑ Κέρκυρα, 26/02/2013

[/box]

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μια μικρή εισαγωγή που παρουσιάζει το ιστορικό και φιλοσοφικό πλαίσιο του θέματος της ομιλίας.

Τέχνη και Ιερουργία

Από τις απαρχές του πολιτισμού η τέχνη και η ανθρώπινη δημιουργικότητα συνδέονται άρρηκτα με τις πιο μυστηριακές πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης. Υπάρχουν στοιχεία που μαρτυρούν την ιερατική διάσταση της προϊστορικής τέχνης, ενώ πρόσφατα αρχαιολογικά ευρήματα αποκαλύπτουν ότι ακόμη και στις πρωτόγονες κοινωνίες η δημιουργική έκφραση αποτελούσε σημαντικό μέρος της παιδικής ηλικίας. Στο πέρας των αιώνων οι καλλιτέχνες και οι αρχιτέκτονες των πολιτισμών που ήκμασαν και χάθηκαν στον πλανήτη μας πάντοτε έχαιραν ξεχωριστής κοινωνικής αναγνώρισης. Στην αρχαία Ελλάδα τα γλυπτά αγάλματα αποτελούσαν το επίκεντρο θεουργικών και ιερουργικών πρακτικών, και η τέχνη αποτέλεσε τον κυριότερο τρόπο ένδειξης της ευλάβιας μεταγενέστερων θρησκειών.

Τον 19ο αιώνα, η Ευρώπη, και πιο συγκεκριμένα η Γαλλία, βίωνε το συγκλονιστικό τέλος μιας εποχής. Η Γαλλική επανάσταση (1789- 1799) έβαλε τέλος στην κοινωνική κυριαρχία της θρησκείας, και στη θέση της άνθησε κάθε λογής φιλοσοφικής δοξασίας. Ανταποκρινόμενοι στο πνεύμα της εποχής, ήταν πολλοί οι λόγιοι του Διαφωτισμού που επιζητούσαν την εξάλειψη κάθε δεισιδαιμονίας και κάθε τρόπου έκφρασης που θύμιζε τον σκοταδισμό του Μεσαίωνα, αντικαθιστώντας τα με το Φως της Λογικής.

Ωστόσο, σε αυτή την προσπάθεια κοινωνικού και φιλοσοφικού εκσυγχρονισμού, απαξιώθηκαν και πολλά στοιχεία του παρελθόντος που μέχρι τότε αποτελούσαν θεμελιώδη σύμβολα και αφηγήματα της εθνικής Γαλλικής ταυτότητας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργήθηκαν κενά που η λογική και η «νέα εποχή» δεν μπορούσε να συμπληρώσει. Ταυτόχρονα, με τις εκστρατείες του Ναπολέοντα και την έκρηξη αρχαιολογικών ανακαλύψεων στη Μέση Ανατολή, άρχισαν να αμφισβητούνται πολλές υποθέσεις που μέχρι τότε θεωρούνταν απαράβατες, όπως οι θεωρίες για την δημιουργία του κόσμου, τη γένεση πολιτισμών, και την εξέλιξη του ανθρώπου. Προέκυψαν ηχηρές και φαύλες διαμάχες μεταξύ των υποστηρικτών της Βιβλικής ιστορίας και της «νέας» επιστήμης.

Κάπου ανάμεσά τους, αναπτύχθηκε μια ακόμη σχολή σκέψης η οποία επιζητούσε μια διαφορετική λύση. Σύμφωνα με εκείνους, ναι μεν η επιστημονική πραγματικότητα μπορούσε να εξηγήσει ορισμένα στοιχεία, αλλά για την κατανόηση της ανθρώπινης υπόστασης έπρεπε κανείς να ανατρέξει στις παγκόσμιες μυθολογίες και να αναγνώσει «συμβολικά», και όχι «κυριολεκτικά» τις αφηγήσεις που θα έβρισκε εκεί. Μόνον έτσι θα μπορούσε να αναπληρωθεί το κενό που άφησε η απάλειψη της θρησκείας από το δημόσιο βίο, και μόνον έτσι θα μπορούσε να επανέλθει ένα είδος τάξης στο χάος των φιλοσοφικών διαμαχών και της κοιωνικής κατάρρευσης που αντιλαμβάνονταν, δεδομένου ότι ο απόηχος της Γαλλικής επανάστασης, εκτός από την απαξίωση της θρησκείας,  έφερε και την ισοπέδωση των κοινωνικών τάξεων και κατά συνέπεια, την κατάλυση της κοινωνικής συνοχής.

Ενώ στα μέσα του 19ου αιώνα υπήρχαν ακόμη ισχυροί θύλακες νοσταλγών του Παλαιού Καθεστώτος που επιθυμούσαν την επιστροφή της βασιλικής οικογένειας στον θρόνο, μέχρι το τέλος εκείνου του αιώνα οι πολιτικές εξελίξεις είχαν αποκλείσει μια για πάντα αυτό το ενδεχόμενο.

Ωστόσο, στο Παρίσι της τελευταίας δεκαετίας του  19ου αιώνα, μέσα από τα υπολείμματα του Ρομαντισμού γεννήθηκε ένα νέο είδος νοσταλγίας η οποία ήταν λιγότερο πολιτικοποιημένη, και που εστίαζε στην αναζήτηση νοήματος στον ραγδαία βιομηχανοποιημένο, σύγχρονο κόσμο. Εφ’όσον πλέον οι θρησκευτικές απαντήσεις, αλλά ούτε και οι επιστημονικές εξηγήσεις δεν μπορούσαν να ικανοποιήσουν τα «δύσκολα» ερωτήματα που απασχόλησαν πλήθος λογίων, φιλοσόφων, και καλλιτεχνών, στράφηκαν σε έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης με επίκεντρο τις τέχνες και την ανθρώπινη δημιουργικότητα, η οποία, σύμφωνα με εκείνους, αποτελεί την περίτρανη απόδειξη του θείου στοιχείου μέσα στον άνθρωπο και τον συνδετικό κρίκο μέσω του οποίο ο άνθρωπος δύναται να ανελιχθεί πνευματικά και να επανενωθεί με τη θεία υπόστασή του, μακριά από εκκλησιαστικές δοξασίες.

Η έντονη αυτή ανησυχία και αναζήτηση νοήματος στον γοργά μεταβαλλόμενο κόσμο βρήκε αρχικά την έκφρασή του από την πένα ενός Έλληνα ποιητή και λογοτέχνη που κατοικούσε στο Παρίσι. Την 18η Σεπτεμβρίου 1886, ο Jean Moréas (Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος (1856-1910) δημοσίευσε το Μανιφέστο του Συμβολισμού στην Γαλλική εφημερίδα Le Figaro, δηλώνοντας:

«Ο Ρομαντισμός, έχοντας ηχήσει όλες τις ταραχώδεις προειδοποιήσεις της επανάστασης, βίωσε τις ημέρες δόξας και μάχης, και πλέον, έχοντας χάσει την ισχύ και την γοητεία του, έχοντας αποποιηθεί την ηρωική του γενναιότητα, ταξινομήθηκε και οργανώθηκε, έγινε σκεπτικό και γέμισε κοινή λογική… Περιμένει λοιπόν κανείς μια νέα έκφραση της τέχνης, είναι αναπόφευκτο. Αυτή η έκφανση επωάστηκε για μεγάλο διάστημα, και μόλις εκκολάφθηκε… Η συμβολική ποίηση προσπαθεί να ενδύσει την Ιδέα με μια ευαίσθητη μορφή η οποία [μορφή] όμως δεν θα είχε μόνον αυτό τον σκοπό, αλλά, καθώς εξυπηρετεί για την έκφραση της ιδέας, θα παρέμενε υποκειμενική… Η Ιδέα με τη σειρά της, δεν θα πρέπει να απεκδύεται των πλουσίων ενδυμάτων της έκφρασης, γιατί ο ουσιώδης χαρακτήρας της συμβολικής τέχνης δεν προσεγγίζει ποτέ τον πυρήνα της ίδιας της Ιδέας. Άρα, στην τέχνη αυτή, οι εικόνες της φύσης, οι πράξεις των ανθρώπων, όλα τα χειροπιαστά φαινόμενα δεν γνωρίζουν εγγενώς πως να υλοποιηθούν – παρουσιάζονται με την ευαίσθητη συμβολική μορφή που προορίζεται να απεικονίσει την εσωτερική τους σχέση με τις πρωταρχικές Ιδέες…. Για την ακριβής μετάφραση της σύνθεσής της, είναι απαραίτητο ο συμβολισμός να αποκτήσει ένα αρχετυπικό και περίπλοκο ύφος που χρησιμοποιεί αμόλυντους όρους.»

Εδώ ο ποιητής ουσιαστικά ορίζει τον χαρακτήρα της Συμβολικής έκφρασης όπως αυτή θα εξελισσόταν στις επόμενες δεκαετίες. Με την έννοια «ένδυσης της Ιδέας», ο Παπαδιαμαντόπουλος αναφέρεται στην Πλατωνική έννοια των Ιδεών, προτού υλοποιηθούν και προτού αποκτήσουν νοητική (ούτε καν υλική) υπόσταση, πιστεύοντας πως με την ποιητική ή καλλιτεχνική έκφραση μπορούν να αποδοθούν πολύ πιο πιστά. Ταυτόχρονα, λέγοντας ότι η συμβολική τέχνη ” δεν προσεγγίζει ποτέ τον πυρήνα της ίδιας της Ιδέας”, ουσαστικά εννοεί πως η συμβολική «ένδυση» της Ιδέας δεν είναι παρά μια δίοδος, ένα όχημα για την προσέγγισή της. Δεν μπορεί ο «πυρήνας» να εκφραστεί με λόγια, άρα το σύμβολο εκτελεί συγκεκριμένο ρόλο ώστε το πνεύμα και ο προσωπικός συλλογισμός να μπορέσουν να συλλάβουν την τόσο φευγαλέα Ιδέα που ανήκει σε άλλο επίπεδο σκέψης. Η συμβολική μορφή όμως έχει και τη δική της«υποκειμενική» αξία πέραν της ιδέας, άρα και οφείλει ο καλλιτέχνης/ποιητής να τη σεβαστεί εξίσου με την Ιδέα την οποία επιχειρεί να ενδύσει ώστε να την παρουσιάσει.

Κατ’αυτόν τον τρόπο, το κάθε έργο τέχνης, το κάθε ποίημα, το κάθε βιβλίο και η ίδια η καλλιτεχνική πράξη αποκτούσε μια τελετουργική διάσταση. Και τέλος, όσο πιο αρχετυπικός και «αμόλυντος» ο συμβολισμός, τόσο πιο ακριβής και χρήσιμος μπορεί να αποβεί, διότι ήταν πιο πιστός στην Ιδέα που απεικόνιζε. Έτσι ο Συμβολισμός μπορεί να γίνει αντιληπτός ως μια ολόκληρη γλώσσα, με γραμματική και λεξιλόγιο δανεισμένα από την παγκόσμια μυθολογία και τους αρχαίους πολιτισμούς που θεωρήθηκαν κατ’εξοχήν ιδανικές πηγές άντλησης μοτίβων και «αμόλυντων» συμβόλων.

Οι ιδέες στις οποίες αναφερόταν ο Παπαδιαμαντόπουλος και οι καλλιτέχνες-ποιητές που ασπάστηκαν τις θέσεις του είναι ως επι των πλείστων ιδέες μεταφυσικού τύπου, δυσεξήγητες με λόγια, που εκφράζουν τις μεγάλες εσχατολογικές ερωτήσεις της ανθρωπότητας. Η πράξη αυτή της«ένδυσής» τους με συμβολικό λόγο (ή εικόνα) προϋπέθετε ο ποιητής ή ο καλλιτέχνης να διεισδύσει πρωτίστως ο ίδιος στην ιδέα-  όπως την Ιδέα της δημιουργίας, της μύησης, της ανθρώπινης κοινωνίας με το θείο, της ανθρώπινης ανέλιξης – ή πτώσης, κ.ο.κ., ώστε να την εκφράσει με τρόπο που να βοηθήσει τον θεατή/αναγνώστη να την συλλάβει, και ταυτόχρονα, με την αισθητική ποιότητα της συμβολικής «ενδυμασίας», να δημιουργήσει την κατάλληλη ατμόσφαιρα και να επικαλεστεί τις κατάλληλες σκέψεις που θα συνόδευαν τη σύλληψη αυτή. Κάπως έτσι ο καλλιτέχνης-ποιητής μετατρέπεται σε μυσταγωγό, και η καλλιτεχνική πράξη σε ιερουργιά.

Ανάγοντας την τέχνη από διακόσμηση, ή άσκηση ρεαλισμού ή νατουραλισμού (το επικρατέστερο ακαδημαϊκό ύφος της εποχής), σε τελετουργική πράξη, και την θέασή της σε θεία κοινωνία, η Συμβολική Τέχνη απέκτησε ακόμη μια πολύ σημαντική κοινωνική και πολιτισμική διάσταση, καθώς, σε αντίθεση με τη θρησκεία, δεν απευθυνόταν σε «πιστούς», αλλά στον κάθε τυχαίο θεατή. Επίσης πιστευόταν πως ακόμη και η τυχαία έκθεση σε ένα ισχυρό σύμβολο θα μπορούσε να πυροδοτήσει αυτή τη ροή σκέψεων και συλλογισμών, έστω και υποσυνείδητα, που σταδιακά θα οδηγούσαν σε μια έκλαμψη, σε μια ξαφνική πνευματική διαφώτιση και ενδόμυχη επαφή με τον «πυρήνα της Ιδέας» εκ μέρους του θεατή, και στην συγκεκριμένη αρχή βασίστηκε το ύφος και τα μοτίβα του Συμβολικού Θεάτρου.

Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα πολλοί καλλιτέχνες όλων των τεχνών πειραματίστηκαν με αυτή τη προσέγγιση, πεπεισμένοι για την μυστηριακή δύναμη των τεχνών που μπορούσαν να οδηγήσουν το κοινό πέρα από την υλική πραγματικότητα και να τους φέρει σε επαφή με ανώτερες αλήθειες. Ο συγγραφέας και μύστης  Ζοζεφέν Πελαντάν αφιέρωσε τη ζωή του στον σκοπό αυτόν, προσελκύοντας δεκάδες καλλιτέχνες κοντά του στα Σαλόνια που διοργάνωσε στο Παρίσι μεταξύ 1892-1897, καθώς πίστευε πως με τη διαρκή έκθεση μεγάλου κοινού στην Συμβολική Τέχνη, μπορούσε να προκαλέσει μια κοινωνική αναγέννηση και μια συλλογική ανέλιξη της ανθρωπότητας με την τέχνη, αντί για τη θρησκεία, ως όχημα.

Μια σύνοψη της ζωής και του έργου του Πελαντάν βρίσκεται εδώ, και δύο παραδείγματα της χρήσης «αρχετυπικών συμβόλων» βρίσκονται εδώ (Σφίγγα), κι εδώ (Ορφέας). Το βιβλίο μου «Αναζητώντας τον Ζοζεφέν Πελαντάν» περιέχει λεπτομερέστερες πληροφορίες που απευθύνεται σε κάθε φιλότεχνο, με λεπτομερή συζήτηση και εξερεύνηση της ιδέας αυτής, περιπλάνηση σε αρχαίους ναούς, αποσυμβολισμό των εικαστικών στοιχείων και μοτίβων των Συμβολιστών, επεξήγηση των μεταφυσικών φιλοσοφιών που θεμελιώνουν αυτόν τον τρόπο έκφρασης, όπως και προτάσεις και παραδείγματα σχετικά με τη χρησιμότητα της στη δική μας εποχή.