Σε ποιον ανήκουν τελικά οι πλατείες;

[box] Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή Ενημέρωση την 12/2/14. Επιτρέπεται η αυτούσια αναδημοσίευση του συνδέσμου της παρούσας σελίδας, απαγορεύεται η αναδημοσίευση του κειμένου, ή μέρους του κειμένου, σε οποιοδήποτε άλλο μέσο.[/box]

1924489_10201769048008010_1257959893_n

Η ανταπόκριση αναγνωστών στα τελευταία ρεπορτάζ της ενότητας «Κοινωνία» μας επιβεβαιώνει πως υπάρχει έντονο ενδιαφέρον, αλλά και ανάγκη, για την ανάπτυξη δημόσιου προβληματισμού γύρω από θέματα που διαπλάθουν την καθημερινότητά μας. Συνεχίζουμε λοιπόν σε αυτόν τον άξονα.

Περιβαλλόμενοι από το συνονθύλευμα πληροφοριών με τις οποίες μας κατακλύζουν τα σύγχρονα μέσα ενημέρωσης (έντυπης και ηλεκτρονικής) συχνά ξεχνάμε πως η κοινωνία ανήκει σε αυτό που ονομάζεται «δημόσια σφαίρα», και πως η κατάσταση «υγείας» αυτής της δημόσιας σφαίρας καθρεφτίζεται πιστά από την πολιτική σφαίρα. Εάν λοιπόν η μία σφαίρα νοσεί, η άλλη – η οποία είναι υπεύθυνη για κάθε πτυχή του δημόσιου βίου, δηλαδή την παιδεία, την υγεία, την εργασία, την οικονομία – είναι φύσει αδύνατον να είναι υγιής.

Με απλά λόγια, εάν ως πολίτες-μέλη μιας κοινωνίας, δεν μπορούμε να δούμε σφαιρικά τα ζητήματα που μας περιβάλλουν και στα οποία συμμετέχουμε είτε ενεργά, είτε παθητικά, τότε ούτε μπορούμε να συνεννοηθούμε μεταξύ μας γι’αυτά, ούτε μπορούμε να έχουμε καμία απαίτηση οι εκλεγμένοι εκπρόσωποί μας να κάνουν οτιδήποτε άλλο από το να διαιωνίζουν τις παθογένειες που ξεκινούν από εμάς τους ίδιους.

Αυτή είναι και η έννοια του υπεύθυνου πολίτη: είναι εκείνος που αναλαμβάνει την ευθύνη του ρόλου του στην κοινωνία, όποιος και να είναι αυτός, κι εφόσον απαιτεί δικαιώματα, ελευθερίες και παροχές, είναι σε θέση να επωμιστεί τις ευθύνες που εκείνες φέρουν. Ο δε ρόλος της υπεύθυνης δημοσιογραφίας είναι η πιστή καταγραφή και η μεταφορά των εκάστοτε ζητημάτων σε δημόσια συζήτηση. Η όποια δημοσιογραφική άποψη μεταφέρεται μαζί με τα γεγονότα οφείλει να εκφράζεται ως άποψη και να μην επιχειρεί να στρεβλώσει τα γεγονότα, αλλά να παρουσιάζει προτάσεις και στον βαθμό του δυνατού, να «μεταφράζει» τα νοήματα και τις αντιλήψεις μιας δεδομένης οπτικής  με τρόπο που να γίνονται κατανοητές από αμφότερους.

Καλή η θεωρία, αλλά τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Πιο συγκεκριμένα, τι σημαίνει στο πλαίσιο του μικρόκοσμου της Κερκυραϊκής κοινωνίας; Τα τελευταία δύο ρεπορτάζ ασχολήθηκαν με ζητήματα που αφορούν κυρίως σε νέους ανθρώπους, και το δεύτερο (κ.Ε. 3651, 11/2/14) έθιξε ζήτημα που αφορά το χάσμα των γενεών και την αδυναμία συνεννόησης και αλληλοκατανόησης μεταξύ της νεώτερης και της παλαιότερης γενιάς Κερκυραίων για ένα φαινομενικά απλό ζήτημα: τη «βεβήλωση» μνημείων με γκράφιτι.

Από τη μεν γενιά εκφράζει μια κραυγή που δεν εισακούεται, από τη δε γίνεται αντιληπτή ως μια αναίσθητη πράξη ασέβειας. Μια διάσταση απόψεων που χαρακτηρίζει μια πλειάδα καθημερινών ζητημάτων, και που η σύγκρουσή τους ευθύνεται για μεγάλο μέρος της κοινωνικής παθογένειας.

Ζωντανά παραδείγματα

Με αφορμή το ρεπορτάζ για το γκράφιτι στο μνημείο ένωσης Επτανήσων, δύο αναγνώστες μας έθεσαν δύο ακόμη παραπλήσια θέματα. Το πρώτο, αφορά τη μόδα που θέλει τα τελευταία χρόνια η πλατεία Δημαρχείου να έχει μετατραπεί σε άτυπη πίστα σκέιτμπορντ (σανίδα πατινάζ) από νεαρούς. Όποιος έχει προσπαθήσει να διασχίσει την πλατεία αυτή από απόγευμα γνωρίζει καλά τον κίνδυνο πρόσκρουσης με τους νεαρούς σκέιτμπορντερς, ενώ οι θαμώνες της διπλανής καφετέριας πολλές φορές έχουν παραπονεθεί για το θόρυβο, αλλά και τα σκουπίδια, που αφήνουν οι σκέιντμπορντερς όταν φεύγουν.

Δεν είναι και λίγα τα κρούσματα επιθετικής συμπεριφοράς από μια μειοψηφία των παιδιών αυτών, που διασκεδάζουν με το να τρομοκρατούν τους περαστικούς περνώντας ξυστά από μπροστά τους με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Σε νεαρότερο περαστικό αυτή είναι μια απλή ενόχληση – για έναν γεροντότερο όμως μπορεί να αποβεί από επικίνδυνο έως μοιραίο καθώς η απώλεια ισορροπίας είναι αληθινός κίνδυνος.

Το δεύτερο θέμα αφορά και πάλι την Πάνω Πλατεία, και τις σχολικές εκδρομές σε αυτήν. Προχθές (11/2) μας ανέφερε μια ακόμη αναγνώστρια μεγαλύτερης ηλικίας, κάτοικος της παλιάς πόλης, το παράπονό της ότι ενώ έπαιρνε τον καθημερινό της περίπατο και θέλησε να καθίσει σε ένα παγκάκι να ξεκουραστεί, τα παγκάκια ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου πιασμένα από παρέες παιδιών. Η αντίρρησή της έγκειται στο γεγονός ότι αφενός τα παιδιά πατούσαν στις λάσπες, στη συνέχεια πατούσαν στο κάθισμα του παγκακιού και κάθονται στην «πλάτη» του… αφήνοντας λασπωμένες πατημασιές για τον επόμενο που ήθελε να καθίσει.

Αφετέρου δε, κάποια από τα παιδιά έπαιζαν ποδόσφαιρο και λίγο έλειψε η μπάλα να χτυπήσει (ούτε μία, ούτε δύο φορές) την κυρία αυτή. Επίσης κατήγγειλε ότι κάθε φορά που πηγαίνει εκδρομή κάποιο σχολείο στην πλατεία, φεύγοντας αφήνει πίσω  σωρεία σκουπιδιών, άδεια μπουκαλάκια, περιτυλίγματα και σακούλες, ενώ απόρησε που οι δάσκαλοι δεν μεριμνούσαν για τη συλλογή των σκουπιδιών πριν την αποχώρησή τους.

Αντίθετες οπτικές

Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να ξεκινήσουμε αποδίδοντας του Καίσαρα τω Καίσαρι: οι αναγνώστες μας έχουν τα δίκια με το μέρος τους όσον αφορά την σωματική τους ακεραιότητα, το ζήτημα κοινής ευγένειας, αλλά και το ζήτημα των σκουπιδιών που αφήνουν πίσω αμφότερες οι ομάδες νεαρών.

Και στα τρία αυτά ζητήματα η άμεση ευθύνη βαραίνει τους γονείς και τους δασκάλους: εάν τα παιδιά αυτά δεν έχουν διδαχθεί από το σπίτι τους να σέβονται τις μεγαλύτερες ηλικίες και το περιβάλλον (γιατί δεν έχουν διδαχθεί;), τότε οι δάσκαλοι που συνοδεύουν τις εκδρομές έχουν την απόλυτη ευθύνη, πριν επιστρέψουν με τους μαθητές τους, να τους οδηγήσουν να μαζέψουν, ομαδικά, τα σκουπίδια που έχουν αφήσει. Αυτό δεν χωράει αμφισβήτηση. Και αν δεν το κάνουν ούτε οι δάσκαλοι, τότε εγείρονται σοβαρά ερωτήματα για την καταλληλότητά ως παιδαγωγοί.

Η Σολομώντειος λύση;

Πέραν των πρακτικών ζητημάτων που αφορούν την πειθαρχεία και τον στοιχειώδη σεβασμό, υπάρχουν οι πιο λεπτεπίλεπτες πτυχές που αποτελούν το πραγματικό σημείο διχασμού και σύγκρουσης. Οι αναγνώστες μας εκφράζουν την ενόχλησή τους για τον θόρυβο και την κατάληψη του «δημόσιου χώρου» που κάνουν οι νέοι αυτοί. Μα, αφού είναι δημόσιος χώρος, αυτό δεν σημαίνει ότι ανήκει ισότιμα στους νέους και τους μεγάλους; Δεν τους χωρά όλους αυτή η πλατεία; (σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις, η μεγαλύτερη των Βαλκανίων!)

Ποιος τελικά έχει δίκιο: η κυρία που θέλει να κάνει τη βόλτα της χωρίς να κινδυνεύει να της έρθει μια μπάλα στο κεφάλι, χωρίς να καθίσει σε λασπωμένο παγκάκι, χωρίς να ακούει τις εφηβικές κραυγές, ή τα παιδιά που θέλουν κι εκείνα να ξεσκάσουν στη σπάνια σχολική εκδρομή; Ο κύριος που θέλει να διασχίσει την πλατεία Δημαρχείου χωρίς να τον πιάνει η ψυχή του, ή τα παιδιά που και πάλι, θέλουν να ασχοληθούν με ένα περίτεχνο άθλημα που εν τέλει, τους απομακρύνει από την απομόνωση των υπολογιστών, την καθιστική ζωή, ή τυχόν πιο επικίνδυνες ασχολίες;

Η απάντηση είναι πως έχουν δίκιο και οι δύο πλευρές, πλην όμως καμία από τις δύο δεν είναι διατεθειμένη να αναγνωρίσει, πόσο μάλλον να συζητήσει τα δικαιώματα του άλλου. Έχει επέλθει προ πολλού ένα εξαιρετικά επικίνδυνο κοινωνικό φαινόμενο: η απανθρωποποίηση.

Απανθρωποποίηση σημαίνει, δεν αναγνωρίζω τα πανανθρώπινα δικαιώματα του πλησίον μου, δεν του επεκτείνω καν τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα, τον αντιλαμβάνομαι συνειδητά και υποσυνείδητα ως κατώτερο, και ως εκ τούτου δεν αισθάνομαι υποχρεωμένος να δώσω βάση στην άποψή του. Σε περίπτωση που η άποψή του και οι ανάγκες του συγκρούονται με τις δικές μου, πολύ απλά τον μειώνω και ως άνθρωπο ώστε να εδραιώσω και να επιβεβαιώσω την υπάνθρωπη – στο δικό μου μυαλό – υπόστασή του. Στη βάση αυτή θεμελιώνεται και εκλογικεύεται κάθε τύπος ρατσισμού, είτε αφορά άλλες εθνότητες, είτε άλλες κοινωνικές ομάδες.

Κι ενώ σε περιπτώσεις φυλετικού ή κοινωνικού ρατσισμού είναι οφθαλμοφανές το φαινόμενο, ο ταξικός και ο ηλικιακός ρατσισμός είναι κάτι το πολύ πιο λεπτοφυές και ύπουλο, που ωστόσο χρωματίζει τη στάση και των δύο γενεών που αφορά αυτή η συζήτηση. Ποιος από εμάς τους νεώτερους δεν έχει δυσανασχετήσει απέναντι σε συμπεριφορές και νοοτροπίες που συνδέουμε με παλαιότερες γενεές, ποιος από τους πρεσβύτερους δεν έχει αλαφιάσει απέναντι στην ελευθεριότητα και τη φαινομενική απώλεια των αξιών ανάμεσα στους νέους.

Θέλοντας και μη είμαστε υποχρεωμένοι να μοιραζόμαστε μεταξύ μας τις πλατείες, τα πεζοδρόμια, και το δημόσιο βίο. Όποια και να είναι η ηλικία μας, οφείλουμε να θυμόμαστε πως οι αποφάσεις και η συμβολή μας στο δημόσιο διάλογο επηρεάζουν τη ζωή όλων των υπολοίπων – αυτό είναι το δίκοπο μαχαίρι της δημοκρατίας – χωρίς την οποία ωστόσο θα είμαστε όλοι παιδιά ενός κατώτερου θεού.

Οι μεγαλύτεροι αυτοί άνθρωποι με τις – κατά κάποιους – πεπαλαιωμένες αντιλήψεις, είναι γονείς μας, παππούδες μας, και οι νεώτεροι είμαστε εμείς, είναι τα παιδιά μας. Αν οι μεγαλύτεροι παραπονιούνται για την αγωγή των νεώτερων, ας σκεφτούν τι αγωγή έδωσαν οι ίδιοι στα παιδιά και τα εγγόνια τους. Μήπως τους έμαθαν να περιφρονούν τη γηρατειά; Μήπως και οι ίδιοι είναι ένοχοι απανθρωπισμού άλλων  κοινωνικών ομάδων; Αν είναι, τότε πως έχουν την απαίτηση να τους σέβονται εκείνοι στους οποίους δεν αναγνωρίζουν τα ίδια δικαιώματα; Αυτό το παράδειγμα μιμείται η «ασεβής» νεολαία και δεν μπορούμε να την κατηγορήσουμε εάν δεν της δώσαμε τα κατάλληλα εφόδια και την κατάλληλη παιδεία.

Κάποτε θα γεράσουμε κι εμείς, και θα τους θυμηθούμε, αλλά τότε θα είναι πολύ αργά για να δώσουμε την παιδεία και τους τρόπους που έπρεπε στα – πλέον ενήλικα – δικά μας παιδιά. Επειδή όμως το φιλότιμο είναι θαυματουργή ιδιότητα, αν προσέγγιζε η μια πλευρά την άλλη με τον σεβασμό που θα ήθελε να λαμβάνει και η ίδια, με πραγματική διάθεση να μπει στις καρδιές εκείνων των παιδιών – ή εκείνων των γερόντων αντίστοιχα – θα εκπλαγεί από το αποτέλεσμα. Αμφιβάλλετε; Δοκιμάστε το!