Πότε ο βανδαλισμός είναι κραυγή απελπισίας;

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή Ενημέρωση την 11/2/14. Επιτρέπεται η αυτούσια αναδημοσίευση του συνδέσμου της παρούσας σελίδας, απαγορεύεται η αναδημοσίευση του κειμένου, ή μέρους του κειμένου, σε οποιοδήποτε άλλο μέσο.

1375183_10201761655703207_1320189880_nΗ φωτογραφία που βλέπετε συνόδευε πρόσφατη καταγγελία συμπολίτισσάς μας σχετικά με την αναλγησία της πολιτείας από τη μία, και την ασέβεια, άγνοια, και αναισθησία εκείνων που «βεβήλωσαν» το μνημείο από την άλλη. Είναι γεγονός ότι σε όλα τα αστικά (και όχι μόνο) κέντρα, το γκράφιτι αργά ή γρήγορα γίνεται αφορμή εντάσεων μεταξύ πολιτών και (συνήθως) νεολαίας, αλλά και πολιτείας αφού η τελευταία φέρει την ευθύνη για την αποκατάσταση των «λερωμένων» τοίχων ή μνημείων.

Ωστόσο το συγκεκριμένο ζήτημα συχνά αντιμετωπίζεται επιφανειακά ακόμη και από τους αγανακτισμένους πολίτες, που εντοπίζουν το πρόβλημα στην «αναισθησία» της όποιας νεολαίας πράττει την «βεβήλωση», και στην «αδιαφορία» της πολιτείας που δεν σπεύδει να εξαλείψει αυτά τα ορνιθοσκαλίσματα.

Αυτό που σχεδόν κανείς δεν αντιλαμβάνεται, είναι το περιεχόμενο, αλλά και την κινητήρια ώθηση μιας τέτοιας πράξης. Αν κοιτάξουμε στα γρήγορα τη φωτογραφία, εκ πρώτης όψεως θα αντιληφθούμε το γνωστό μνημείο της Επτανησιακής Ένωσης, γνωστή σε όλους μας από την Άνω Πλατεία [σ.σ. στην Κέρκυρα], με τα μάρμαρα μαυρισμένα από την φθορά του χρόνου, και ένα μαύρο ορνιθοσκάλισμα να ασχημαίνει τις δύο πλευρές του. Οφθαλμοφανές; Πόσοι από αυτούς που θα αγανακτήσουν μπροστά σ’αυτή την εικόνα, θα αντιληφθούν και το τι γράφει; Το γκράφιτι περιέχει ένα αντιφασιστικό σύνθημα και σύμβολο, τα οποία παραπέμπουν σε διάφορες πολιτικές προεκτάσεις που δεν μας αφορούν επί του παρόντος.

Αυτό που μας αφορά – εάν μας ενδιαφέρει να αντιμετωπίσουμε ουσιαστικά, και όχι επιφανειακά το πρόβλημα, είναι αυτό που ώθησε έναν νέο άνθρωπο, να πάρει στο χέρι του το σπρέι και να εκφράσει μια αντιφασιστική κραυγή επάνω σε ένα μνημείο της πόλης, συνοδευόμενη από ένα σύμβολο που προφανώς αισθάνθηκε ότι εκφράζει ή δυναμώνει την κραυγή αυτή. Διότι μόνο αν κατανοήσουμε τα αίτια της πράξης, ίσως και να λύσουμε το πρόβλημα – και το πρόβλημα για να το λύσουμε πρέπει να το εντοπίσουμε.

Το παιδί που έγραψε αυτό το σύνθημα, δεν είναι κάποιο ανάλγητο και άξεστο τέρας. Μπορεί να είναι γιός μας, γείτονάς μας, συμφοιτητής ή συμμαθητής, ή μαθητής μας. Πιθανόν να είναι και ευγενικός ή και ντροπαλός στην καθημερινότητά του. Μπορεί να είναι το δικό σας παιδί. Το οποίο, όπως μεγάλο μέρος της σημερινής νεολαίας, αισθάνεται την απόλυτη απελπισία και ανημπόρια απέναντι στη γιγάντωση του φασισμού στην κοινωνία και στην πολιτική. Ελλείψη άλλων διεξόδων, καθώς η πολιτεία αλλά και η κοινωνία κοιτάζει αλλού σφυρίζοντας αδιάφορα, ελλείψη άλλων τρόπων έκφρασης, αισθάνοντας πως δεν εισακούεται ούτε από την γενιά των γονέων του, ούτε από τους δασκάλους του, ούτε φυσικά από την πολιτεία, δεν αισθάνεται κανέναν σεβασμό απέναντι στα σύμβολα και τα μνημεία όλων εκείνων που αδιαφορούν πλήρως για τις δικές του – θεμιτές – έγνοιες.

Παιδεία; Δεν του προσφέρεται. Ευκαιρίες; Δεν υπάρχουν. Πολιτικές που να ευνοούν τους νέους; Είναι αστειότητα. Σύνδεση με την ιστορία (και άρα τα μνημεία του τόπου); Δεν διδάσκεται καν ιστορία στο σχολείο, δεν τον αφορά γιατί κανείς δεν του είπε γιατί θα πρέπει να τον αφορά. Διέξοδος συζήτησης; Μόνο μεταξύ συνομήλικων και ομοϊδεατών. Ευχέρεια λόγου; Ίσως να την έχει, αλλά ποιος τον ακούει;

Και όπως πολύ σωστά επισήμανε κάποτε η μεγάλη Ζακλίν ντε Ρομιγύ, «Οι λέξεις είναι το φρούριο που προφυλάσσει από την κτηνωδία. Οταν δεν γνωρίζουµε, όταν δεν µπορούµε να εκφραστούµε, όταν χειριζόµαστε τα πράγµατα κατά προσέγγιση όπως κάνουν πολλοί νέοι σήµερα, όταν τα λόγια δεν είναι αρκετά για να ακουστούν, όταν ο λόγος δεν είναι επεξεργασµένος επειδή η σκέψη είναι ασαφής, τότε δεν µένει παρά η γροθιά, το ξύλο, η τυφλή βία.».

Εφόσον στο παιδί αυτό δεν προσφέρονται τα εργαλεία και τα όπλα της έκφρασης, κι εφόσον δεν του δείχνει τον παραμικρό σεβασμό ούτε η πολιτεία, ούτε το σχολείο, ούτε καν το σπίτι του, παρά μόνο καταδικάζει και καταγγέλει: για ποιο λόγο είναι υποχρεωμένος εκείνος να σεβαστεί κάτι που δεν τον αφορά; Εάν το σχολείο είναι ανεπαρκές, τότε η ευθύνη πέφτει στο σπίτι.

Ποιος γονέας αναλογίζεται και συζητά με το παιδί του επαρκώς ώστε να του δώσει αυτά τα εργαλεία και να του αναπτύξει την αίσθηση του κοιωνικού σεβασμού; Ελάχιστοι, απ’ότι φαίνεται. Αυτοί οι ίδιοι γονείς, δάσκαλοι, τοπικοί παράγοντες που φέρουν την ευθύνη για τη διάλυση της κοινωνικής συνοχής και της περιθωριοποίησης της νεολαίας θα είναι όμως οι πρώτοι που θα τρέξουν να καταγγείλουν το συμβάν. Κι όμως, για το γκράφιτι αυτό δεν ευθύνεται το παιδί που το έγραψε.

Φταίνε εκείνοι που δεν του άφησαν άλλα περιθώρια, δεν του έμαθαν γράμματα, δεν του δίνουν μέλλον, και στην καταγγελία τους, δεν διαβάζουν το μήνυμα και την κραυγή απελπισίας. Δεν ασχολούμαστε εδώ με το ερώτημα αν είναι σωστή η λάθος η πράξη του νέου. Προφανώς είναι λάθος, και προφανώς είναι καταδικαστέα η βεβήλωση των συμβόλων της συλλογικής μας μνήμης.

Όμως, η καταγγελία δεν ωφελεί σε τίποτε αν δεν είμαστε προετοιμασμένοι να αναλάβουμε – όλοι – τις ευθύνες μας για την απελπισία μιας νέας γενιάς, που βλέπει τον καρκίνο στην καρδιά της κοινωνίας, αλλά δεν κάνει τίποτε παρά να ασκεί κριτική και να περιμένει από μια απούσα πολιτεία τις λύσεις. Η λύση είναι μέσα στο σπίτι του καθενός μας και την ευθύνη την φέρουν όλοι: γονείς, δάσκαλοι και λειτουργοί.

Ας αφήσουμε λοιπόν τις καταγγελίες και ας ακούσουμε τις κραυγές της γενιάς που προσπαθεί με κάθε τρόπο να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για τη δική μας αδιαφορία. Όχι κατά προσέγγιση, αλλά κατ’ουσία.