«Λιτανεία για ένα Άστρο» & «Έρωτας Δαίμονας» – παρουσίαση βιβλίων του Δημοσθένη Δαββέτα

Είχα πρόσφατα την τιμή να προσκληθώ σε συμμετοχή στην παρουσίαση δύο βιβλίων του καθηγητή αισθητικής φιλοσοφίας, συγγραφέα-ποιητή-εικαστικού Δημοσθένη Δαββέτα. Η χαρά μου  είχε, μεταξύ άλλων, αφορμή το γεγονός ότι πέρα από τον σεβασμό στο έργο του, στο πρόσωπο του κ. Δαββέτα έβλεπα έναν άνθρωπο πολυπράγμωνα, που δεν αρκείται μόνο στη συγγραφή, την έρευνα-διδασκαλία, ή την εικαστική δράση, αλλά τα κάνει όλα παράλληλα, σε μια διαρκή δημιουργική εξέλιξη. Είναι μια σχέση με τις τέχνες και τη γνώση που έχω βιώσει, κι έτσι αισθάνθηκα ότι μπορούσα να μιλήσω ουσιαστικά για τα προς παρουσίαση έργα του. Στην όμορφη, ζεστή βραδιά που διοργανώθηκε την 2η Δεκεμβρίου στον χώρο εκδηλώσεων της ΦΕ Μάντζαρος, οι συμπαρουσιαστές κ. Δημήτρης Κονιδάρης και κ. Σωτήρης Αμάραντος στάθηκαν εξαιρετικά στο ύψος των περιστάσεων, και χάρηκα ιδιαίτερα που αλληλοσυμπληρώθηκαν οι προσεγγίσεις μας, ενώ ευχάριστα έκπληκτος δήλωσε και ο ίδιος ο κ. Δαββέτας.

Ακολουθεί το κείμενο της παρουσίασής μου.

Αν έπρεπε να συνοψίσω τα δύο αυτά βιβλία του καθηγητή Δημοσθένη Δαββέτα με λίγες λέξεις, θα έλεγα ότι συνοψίζονται στη φράση του ιδίου από τη συλλογή ποίησης «Λιτανεία για ένα άστρο»: «Να  βρω αυτή τη λέξη που θα με χωρέσει ολόκληρο».

 

Στο βιβλίο «Έρωτας Δαίμονας» αποκαλύπτεται η σχέση του αυτή με τις λέξεις – ο λόγος και το γράψιμο είναι ένας έρωτας κι ένα πάθος ζωής. Οι λέξεις είναι εκείνες που τον προσδιορίζουν, τον συντροφεύουν, και που ξεχειλίζουν όταν ο θάνατος του έρωτα και η αδυσώπητη ροή του χρόνου επάνω σε αγαπημένες μορφές γίνονται ορατές….  Όμως οι λέξεις δεν του αρκούν, παρ’όλο τους τον πλούτο είναι τελικά ανεπαρκείς για να χωρέσουν και να αποδώσουν τις απόλυτες βιωματικές έννοιες που αποτελούν, για τον αναζητητή πρωταγωνιστή και ποιητή, λόγο ύπαρξης και κινητήριος δύναμη.

Κι έτσι στρέφεται στην τέχνη – την τέχνη την οποία υπηρετεί με κάθε τρόπο, τόσο εκείνος όσο και ο πρωταγωνιστής του στο μυθιστόρημα. Την υπηρετεί μεταδίδοντας την αξία της σε άλλους, αποκαλύπτοντας τα μυστικά της….

 

Μιλά για την «άφθαρτη αγκαλιά της τέχνης» και την ικανότητά της να υπερνικήσει τον χρόνο και τον θάνατο. Κι εν τέλει, όταν οι λέξεις δεν αρκούν, σ’εκείνη στρέφεται σαν στην ερωμένη που στην αγκαλιά της γαληνεύει. Αναφερόμενος στη γραφή, λέει ο πρωταγωνιστής του πως «κρατά έτσι ζωντανές τις αγαπημένες του… για να τις διατηρήσει στα κείμενά του αθάνατες…. έστω και σαν αποσπάσματα ζωής.»

 

Όμως, τόσο η αγωνία και το εσωτερικό ταξίδι του πρωταγωνιστή του, όσο και η μορφή της συλλογής αποφθεγμάτων, μαρτυρούν πως η τέχνη, και όχι η γραφή, είναι εκείνη που με μια περίεργη, γαλήνια σιωπή, έρχεται να κατευνάσει και να ολοκληρώσει τα κενά του ανθρώπου εκείνου που τα έχει βάλει με τον χρόνο και τη φθορά που επιφέρει στην ανθρώπινη λάμψη, την φρεσκάδα της νιότης, την αθωότητα του πρώτου έρωτα, των νοημάτων εκείνων που θρηνούμε όλοι κατά την ενηλικίωση και που μοιραία η καθημερινότητα και ο καιρός θα αμβλύνουν.

 

Όντως δεν αρκούν οι λέξεις, γιατί οι λέξεις δημιουργήθηκαν ως δοχεία για τις απτές έννοιες. Ακόμη και η ποίηση – όπως και η μουσική άλλωστε – αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει κενά, σιωπές, παύσεις και απρόσμενους συνδυασμούς για να καθρεφτίσουν τα πραγματικά απόλυτα, φιλοσοφικά και αόρατα νοήματα εκείνα που ταλανίζουν την ανθρώπινη φύση  .

 

Όμως η γραμμή είναι κάτι διαφορετικό.

Η ουσία της εικαστικής τέχνης βασίζεται στο σημείο και τη γραμμή, και την ανταπαράθεσή τους στο κενό που καθρεφτίζει το τίποτα και τα πάντα.

 

Ένα λευκό χαρτί είναι η μικρογραφία του αδημιούργητου και του άκτιστου. Το κάθε στίγμα που θα θέσει ο καλλιτέχνης στο χαρτί κρύβει κόσμους και η γραμμή, η γραμμή είναι η γένεση και το άπειρο που δεν γίνεται δέσμιο στον χρόνο. Υπάρχει πλήρης ελευθερία αλλά και πλήρης πειθαρχεία στη χρήση της γραμμής, της οποίας η κινητήριος δύναμη είναι όλα τα πάθη, η απελπισία, η άβυσσος και οι γαλαξίες που κρύβει η ανθρώπινη ψυχή. Η γραμμή στο χέρι του εικαστικού δημιουργού είναι απείρως πιο επικίνδυνη, αλλά και πιο ισχυρή από τις λέξεις, κάτι που αποδεικνύεται περίτρανα στη «Λιτανεία για ένα άστρο», καθώς ο συγγραφέας-ποιητής εγκαταλείπει τις λέξεις σε καίρια σημεία για να μας δείξει πως ακριβώς εκείνες παραδίδονται, αλλά και εναγκαλίζονται με τη δύναμη της εικαστικής έκφρασης.

 

Δεν είναι καθόλου τυχαίες οι εικόνες που βρίσκει ο αναγνώστης στο βιβλίο αυτό, καθώς τη στιγμή που με λόγια απλά, απέριττα, αλλά γεμάτα, καθηλωνόμαστε σε έναν στοχασμό που αφήνει μια αίσθηση προβληματισμού – και τώρα τι; –  η επόμενη σελίδα φέρνει την εικόνα που απαντά εκεί που οι λέξεις πια δεν φτάνουν.

 

«Ο λόγος είναι μια ακόμη ανέλπιδη αναβολή της παράδοσής σου στην σιωπή», μας λέει ο ποιητής, και συνεχίζει … «Ξάπλωσε ό,τι σε βαραίνει στο λευκό της σελίδας. Για ολιγόλεπτη ίσως ανάπαυση». Και απέναντι βρίσκουμε  δύο γυναικείες μορφές, με μια τρίτη να ξεπροβάλλει (αν ακολουθήσουμε τη συμβουλή του και χωρίς βιασύνη παραδοθούμε όντως στη μορφή και στη σιωπή). Η ξεκάθαρη αντίθεση φωτός και σκιάς μας δίνει δύο γλυκιές, χαμογελαστές μορφές…. Καθώς εμείς «ξαπλώνουμε» την απορία στο λευκό της σελίδας, μας χαμογελούν. Κάτι ξέρουν, και ξαφνικά αλαφραίνει η αίσθηση προβληματισμού. Όμως, μας έχει προτρέψει ήδη, ότι θα είναι ολιγόλεπτη αυτή η ανάπαυση.

 

Μοιραία γυρνάμε τη σελίδα, και μερικές ακόμη. Δεσπόζει η γυναικεία μορφή, και οι μορφές αποκτούν μια ονειρική ποιότητα, χορεύουν, περιπλέκονται σαν τα σχήματα που ζωγραφίζονται στο σκοτάδι όταν ξυπνάμε ξαφνιασμένοι άπο κάποιο όνειρο, ή όραμα. Είναι σαν να βλέπουμε πίσω από τα μάτια του ποιητή, σαν να μας αφήνει να δουμε τις σκέψεις και τις εικόνες εν κινήσει μέσα στο νου του….

 

Ένας καταιγισμός λέξεων δημιουργεί παρεμβολές στην εικόνα, σαν να μιλά ο ίδιος στις φιγούρες που απεικονίζει… ή σαν να του μιλούν. Ίσως μια από τις πιο έντονα μύχιες και προσωπικές εικόνες βρίσκεται στη καρδιά του βιβλίου…. Απεικονίζει τον εαυτό του, το κεφάλι σκυμμένο, σαν να νίβεται. Μπρος και πίσω του, τριγύρω του, φαντάζει το πρόσωπο της κόρης του….ευχές και σκέψεις από έναν πατέρα στο παιδί του, γραμμένες λαχανιασμένα, σαν να βιαζόταν να τις αποτυπώσει πριν γλιστρίσουν, οι λέξεις «η αγάπη είναι ο χρυσός που’χεις μέσα σου….» Και στην απέναντι σελίδα, πιο πειθαρχημένα, μας λέει «το βίωμα μπορεί και μιλά χωρίς να έχει ανάγκη το μυαλό».

 

Οι εικαστικές παρεμβάσεις του βιβλίου είναι αποτυπώματα βιωμάτων, και τελικά αναρωτιέμαι αν όλο το βιβλίο είναι ένας προβληματισμός για το κατά πόσο μπορεί το βίωμα να εκφραστεί με οτιδήποτε εκτός από την εικόνα και τους γραπτούς ψίθυρους…. Οι εικόνες μας μεταφέρουν αισθήσεις, ανησυχία, πόθο, άγχος, αγάπη, μοναξιά, και οι λέξεις αποσύρονται για να τις βιώσουμε κι εμείς.

Ανάμεσα όμως από τις εικόνες αυτές που μας οδηγούν σ’αυτά τα μονοπάτια, ξαφνιάζουν και κάποιες απρόσμενες μορφές – γίγαντες των γραμμάτων και των τεχνών. Δεν ξέρω αν είναι λιγότερο προσωπικές, γιατί στοιχεία του καθενός μοιάζουν να είναι ενσωματωμένες στην κοσμοθέαση του ποιητή. Η πρώτη μορφή – πορτραίτο σε σιλουέτα –  είναι αυτή του Ζαν-Μισέλ Μπασκιά, του αδάμαστου καλλιτέχνη και ήρωα του γκράφιτι, που συνδύασε την τέχνη και την γραφή, στους δρόμους, σε ασυνήθιστα υλικά, σε μια διαρκή κραυγή που πάντρευε τον κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό με την βαθειά ενδοσκόπηση. Η επιτομή του βασανισμένου καλλιτέχνη, ο Μπασκιά λάτρευε τις αντιθέσεις και χρησιμοποιούσε τη μορφή για την εξερεύνηση της ατομικής ύπαρξης.

 

Και δεν είναι η μόνη γνωστή φιγούρα του σύγχρονου πολιτισμού που ξεπροβάλλει στις σελίδες αυτές…. Ανάμεσα από τις οραματικές γυναικείες μορφές, λίγο παρακάτω βρίσκουμε τον νεαρό Νίτσε με τη σκιά ενός λιονταριού. Εδώ πιστεύω ότι ο ποιητής παίζει και λίγο μαζί μας, θέλει ίσως να διερωτηθούμε.

Στη φιλοσοφία του Νίτσε, το λιοντάρι συμβόλιζε ένα από τρία στάδια υπαρξιακής και πνευματικής μεταμόρφωσης…. Το πνεύμα του λιονταριού εκφράζει την απόλυτη ανθρώπινη θέληση. Ο Νίτσε παρομοιάζει το προηγούμενο στάδιο πνευματικής εξέλιξης με την καμήλα…. Ένα ζώο που δέχεται τα βάρη και τα καθήκοντα της καθημερινής ύπαρξης, ένα πλάσμα καταδικασμένο να κουβαλάει και να ανταποκρίνεται στις ανθρώπινες επιταγές – και που επιβιώνει στην έρημο των ανθρώπινων προσδοκιών. Η μεταμόρφωση σε λιοντάρι συμβαίνει μόνο  μετά από πολλά μοναχικά χιλιόμετρα σ’αυτή την έρημο, με τη συνειδητοποίηση ότι εν τέλει, εμείς είμαστε οι δημιουργοί του δικού μας πεπρωμένου. Εκεί κάπου αποτινάσσονται τα πρέπει, και η θέληση κυριαρχεί.

 

Έρχεται, στη Νιτσεϊκή παραβολή, σε ευθεία διαμάχη με τους δράκους των κοινωνικών επιταγών, και το πνευματικό λιοντάρι κυριαρχεί όταν πλέον σπάει τα δεσμά και καθιερώνει τις δικές του αρχές ύπαρξης.  Το απόσταγμα βρίσκεται και πάλι στις λέξεις του ποιητή στις επόμενες σελίδες. Όμως ακόμη και στην εικόνα παρεμβαίνουν οι λέξεις (και αναρωτιέμαι αν κι αυτές είναι μια μορφή δράκου της ερήμου), καθώς ένας καταιγισμός σκέψεων και προβληματισμών δημιουργεί το ερώτημα αν το λιοντάρι είναι μια οπτασία ή αν θα υλοποιηθεί…. Ο ίδιος προβληματισμός αντηχεί και στις επόμενες αράδες, σε έναν «άνισο χορό».

Στην τελευταία σελίδα  βρίσκουμε τον πατέρα της Πόπ Άρτ, τον Άντι Γουόρχολ, ο οποίος στρέφεται μακριά από τον αναγνώστη…. Κοιτάζει πίσω, ατενίζοντας τις σελίδες που έχουν διαβαστεί, προς ένα  σκοτεινό φόντο, γυρνώντας μας την πλάτη ενώ δίπλα του αραδιάζονται οι τελευταίες, λιτές φράσεις…. «Ο λόγος είναι τα όριά μου». Τα όρια όμως αυτά προφανώς υπάρχουν μόνο για να σπάσουν….

 

Και σπάνε, γιατί ενώ στις τελευταίες σελίδες  μοιάζει να υπάρχει ένας  υπαινιγμός απαισιοδοξίας, ενώ έχει σκοτεινιάσει αρκετά η διάθεση, ίσως καθρεφτίζοντας τον τίτλο – Λιτανεία για ένα άστρο σημαίνει ότι έχει προηγηθεί ένας θάνατος άστρου – διερωτάται κανείς αν θα υπάρξει κάποια τελευταία λάμψη ελπίδας που θα σπάσει όντως την αίσθηση ότι κάτι έχει αμετάκλητα χαθεί. Δεν απογοητεύει ο ποιητής, καθώς μας αφήνει με το τελευταίο αφορισμό «Μια κούφια λέξη μπορεί να ξυπνήσει μια άλλη με περιεχόμενο». Το κενό δηλαδή, που δημιουργεί οποιαδήποτε απώλεια και οποιοδήποτε τέλος,  μπορεί να γεννήσει κόσμους….

Κλείνοντας, νομίζω είναι χρήσιμο να επιστρέψω στον Νίτσε. Μιλήσαμε για την φορτωμένη καμήλα, το θεληματικό λιοντάρι, και τους δράκους της ερήμου. Όμως, κανένας δεν θέλει να περάσει τη ζωή του πολεμώντας δράκους. Και γι’αυτό το τελευταίο στάδιο της μεταμόρφωσης του Νίτσε είναι αυτή του Παιδιού.  Η ωρίμανση έρχεται όταν , έχοντας εδραιώσει ως λιοντάρια τις αρχές μας στην προσωπική μας ύπαρξη, μπορούμε να ανακαλύψουμε εκ νέου την αίσθηση δέους και αθώας χαράς της ζωής που είχαμε ως παιδιά, και που πάντα κρύβουμε μέσα μας, απλώς συνήθως χάνεται κάπου στην έρημο.

 

Και τα δύο βιβλία, μέσα από τρεις διαφορετικές μορφές – της αφήγησης, των αφορισμών, και της εικόνας (και θαρρώ, μέσω μιας ιδιότυπης μελωδίας που δημιουργεί η συνύπαρξη λόγου και εικόνας) – είναι τελικά μια παιάνα στο νιτσεϊκό παιδί, μια βαθειά βιωματική εξομολόγηση ενός ανθρώπου που έχει περπατήσει αυτόν τον δρόμο,  και τελικά μια επιβεβαίωση ότι αυτή η παιδική ματιά είναι εκείνο που μας απελευθερώνει.

 

Ολόκληρη η αφήγηση στο μυθιστόρημα καθοδηγείται από τις εντάσεις μεταξύ των τριών σταδίων που περιγράφει ο Νίτσε, και αφαιρετικά καθρεφτίζονται μέσω των αποφθεγμάτων.  Τα δύο βιβλία μαζί αλληλοσυμπληρώνουν το ένα το άλλο, αξιοποιώντας τις μορφές έκφρασης για να μας μεταφέρουν ένα πολύ σοβαρό μήνυμα.

 

Τελικά, θα παραμείνουμε καμήλες; Θα πρέπει να πολεμάμε μονίμως δράκους; Ή θα ακούσουμε το παράγγελμα του ποιητή ώστε να σηκώσουμε τα μάτια και να δούμε τις απειρες δυνατότητες και ομορφιές της ζωής, της τέχνης, και της ψυχής μας; Ο ποιητής μας δείχνει τον δρόμο….

Who is Who
Με καταγωγή από την Κέρκυρα, ο Δημοσθένης Δαββέτας γεννήθηκε στην Αθήνα, σπούδασε Νομικά στη Θεσσαλονίκη και κινηματογράφο στο Παρίσι. Απέκτησε διδακτορικό στη Φιλοσοφία της Τέχνης από το πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Από το 1983 έως το 1990 εργάστηκε ως βασικός συνεργάτης στην εφημερίδα “Liberation”. Υπήρξε αρθρογράφος εφημερίδων όπως οι “Art Forum”, “Art Studio”, “Parkett”, “Risk”, κ.α. Είναι καθηγητής Φιλοσοφίας της Τέχνης στο IESA (Institut d’ Etudes Supérieures des Arts) στο Παρίσι, παραδίδει σεμινάρια στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης Paris IV, και είναι συγγραφέας, ποιητής, δοκιμιογράφος και εικαστικός. Διδάσκει και παραδίδει διαλέξεις σε Σχολές Καλών Τεχνών και σε πανεπιστήμια σ’ όλον τον κόσμο. Εικαστικά του έργα έχουν εκτεθεί σε πολλές χώρες, αλλά και στην Ελλάδα. Ακόμη, είναι πολιτικός σχολιαστής και αναλυτής στην τηλεόραση και στον έντυπο εγχώριο Τύπο.
Who is Who
Η Δρ. Σάσσα Μεταλληνού-Chaitow είναι ελληνοβρετανίδα ερευνήτρια, συγγραφέας, εκπαιδευτικός και ζωγράφος με καταγωγή από την Κέρκυρα. Ακολούθησε παράλληλες πτυχιακές σπουδές στην Επικοινωνιολογία και τις Καλές Τέχνες στην Αθήνα. Είναι κάτοχος δύο μεταπτυχιακών, ΜΑ Αγγλικής Φιλολογίας (Παν/μιο Ινδιανάπολης 2004) και ΜΑ Ιστορίας Πολιτισμού (Παν/μιο Exeter 2008). Ολοκλήρωσε το διδακτορικό της στην Ιστορία Πολιτισμού το 2014 στο Παν/μιο Essex. Δίδαξε Ιστορία και Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Ινδιανάπολης (2005-2012) και είναι συχνά προσκεκλημένη σε ξένα πανεπιστήμια ως ειδική εισηγήτρια στον κλάδο της. Έχει δημοσιεύσει δεκάδες άρθρα και δοκίμια για πολιτιστικές και ακαδημαϊκές εκδόσεις κι έχει εργαστεί ως δημοσιογράφος στον ελληνικό Τύπο. Στα ελληνικά κυκλοφορεί το βιβλίο της Αναζητώντας τον Ζοζεφέν Πελαντάν, (δοκίμιο για την ιστορία και φιλοσοφία της τέχνης), και στο εξωτερικό δραστηριοποιείται με ακαδημαϊκές εκδόσεις. Είναι ενεργή ζωγράφος με 11 ατομικές εκθέσεις στο ενεργητικό της. Από το 2015 εκθέτει κυρίως στο εξωτερικό. Στην Κέρκυρα διατηρεί το ICON Gallery, έναν χώρο τέχνης που εκπροσωπεί περισσότερους από 30 τοπικούς καλλιτέχνες. Επιπλέον συνεργάζεται με το Andrioti School ως καθηγήτρια, εκπαιδεύτρια καθηγητών, και εισηγήτρια σεμιναρίων πολιτιστικού περιεχομένου.

Το κείμενο είναι  © Σάσσα Μεταλληνού-Chaitow 2017 και απαγορεύεται η αναδημοσίευσή του σε οποιαδήποτε μορφή χωρίς την γραπτή άδεια της συντάκτριας.