Κλασική απεικόνιση των αλληγορικών Vanitas. Παραδοσιακά περιλάμβανε πάντα μουσικά όργανα που θυμίζουν την εφήμερη φύση της ζωής. Η περικεφαλαία συμβολίζει την ισχύ, οι γκραβούρες τις τέχνες, και το μπουκάλι σε πρώτο πλάνο το αλληγορικό “ύδωρ της ζωής.” Το τετράστιχο που διακρίνεται στο κάτω μέρος γράφει: “Η τέχνη, ο πλούτος, η ισχύς, το θάρρος, πεθαίνουν. Ο κόσμος και όλα τα έργα του αφανίζονται. Η Αιωνιότητα έρχεται μετά από αυτούς τους καιρούς. Αχ, ανόητοι, τα πάντα ματαιότης”. (“Grande Vanite,” Sebastien Stoskopff, Γερμανία, 1641).

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΆΒΑΤΟΝ τον Ιανουάριο 2010

Ποιόν μπορείς να μου δείξεις που να δίνει αξία στον χρόνο του, που να υπολογίζει την αξία της κάθε μέρας, που να καταλαβαίνει ότι καθημερινά πεθαίνει; Λανθάνουμε όταν φανταζόμαστε τον θάνατό μας να καταφτάνει στο μέλλον. Το μεγαλύτερο μέρος του θανάτου έχει ήδη περάσει. Όσα χρόνια αφήσαμε πίσω μας είναι ήδη στα χέρια του θανάτου.”

– Σένεκα, Επιστολή 1, “Περί της Αξίας του Χρόνου

Ο Σένεκα έγραφε στα πρώτα έτη μ.Χ., αλλά το απόφθεγμα μοιάζει να έχει γραφτεί για την εποχή μας, οπού τον χρόνο τον μετράμε με παραγωγικότητα και χρηματική αξία, ενώ ο θάνατος έχει γίνει εχθρός ακατονόμαστος, έννοια μιαρή που κλείνουμε σε κλινικά απολυμασμένους χώρους και στην οποία αναφερόμαστε με περίτεχνους ευφημισμούς, ενώ η επιστήμη κυνηγά ακόμη το ελιξίριο της τεχνο-αθανασίας. Τα ΜΜΕ προβάλουν διαρκώς μια εξιδανικευμένη εικόνα της νιότης – δεν θέλουμε απλά να είμαστε αθάνατοι, θέλουμε να είμαστε αιώνια νέοι και όμορφοι. Ο θάνατος και το γήρας δεν έχουν θέση στις hi-tech, γυαλιστερές και ψηφιακά αναβαθμισμένες ζωές μας, κι εφόσον δεν μπορούμε να τα εξαλείψουμε τελείως, το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τα εναποθέσουμε στην κατακόμβη της Λήθης μέχρι την αναθεματισμένη ώρα που θα δούμε κατά πρόσωπο τον Θεριστή.

Ένα διαφορετικό είδος αθανασίας πηγάζει από την ιδιότητα της τέχνης να συντηρεί ανέπαφα τα στιγμιότυπα του παρελθόντος, έστω κι αν τα πρόσωπα που απεικονίζει και τα χέρια που την εξάσκησαν έχουν γίνει πια σκόνη. Αιώνες προτού η πληροφορία και η εικόνα γίνουν ένα ακόμη αναλώσιμο προϊόν, υπήρξε ένα ολόκληρο καλλιτεχνικό είδος με θέμα τον Θάνατο, το οποίο ενώ στα σύγχρονα μάτια μάλλον φαντάζει μακάβριο, στην εποχή του εξυπηρετούσε κάποιες πολύ ουσιαστικές πνευματικές ανάγκες.

Το καλλιτεχνικό αυτό ρεύμα συμπεριλάμβανε τρία βασικά μοτίβα: το Ars Μoriendi (Η Τέχνη του Θανάτου), το Danse Macabre

(Χορός του Θανάτου) και το Memento Mori (Θυμίσου ότι θα Πεθάνεις).

Διάζωμα που απεικονίζει το Danse Macabre από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Ταλίν της Εστονίας (1463)

Την εποχή του Μεσαίωνα, που οι κοινωνίες μαστίζονταν από λοιμούς, πολέμους, φτωχή διατροφή και ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσης, η έννοια του θανάτου ήταν συνυφασμένη με την καθημερινότητα λόγω της μεγάλης θνησιμότητας, ενώ ο μέσος όρος

Αλληγορική απεικόνιση της Αλαζονείας από την σειρά γκραβούρων του Ars Moriendi. (Γερμανία 1450)

ζωής στην Μεσαιωνική Ευρώπη ήταν τα 25-30 έτη. Με την έλευση της πανώλης (1346-1350) που εξάλειψε το 30-60% του Ευρωπαϊκού πληθυσμού, οι Χριστιανοί ιερείς της εποχής κυριολεκτικά δεν προλάβαιναν να μεταλάβουν όλους τους μελλοθάνατους αφού και οι ίδιοι υπέστησαν σοβαρές απώλειες. Έτσι, το 1415 στη Γερμανία, από την πένα κάποιου ανώνυμου Δομινικανού μοναχού, κυκλοφόρησε το Tractatus artis bene moriendi (Διατρίβη της Τέχνης του Καλού Θανάτου), που λειτούργησε σαν “εικονικός κληρικός” για τον λαό, και σε έξι κεφάλαια εξηγούσε:
1. Ο Θάνατος δεν είναι κάτι που πρέπει κανείς να φοβάται.
2. Πως να ξεπεράσει κανείς τους 5 πειρασμούς του μελλοθανάτου (έλλειψη πίστης, απόγνωση, ανυπομονησία, πνευματική αλαζονεία, απληστία).
3. Επτά ερωτήσεις για τον μελλοθάνατο και παρηγοριά από τον Λόγο του Χριστού.
4. Πως κανείς να μιμηθεί την συμπεριφορά του Χριστού.
5. Συμβουλές για την οικογένεια του μελλοθανάτου.
6. Προσευχές για τον νεκρό.

Το Ars Moriendi έγινε ανάρπαστο και μεταφράστηκε σε όλες τις κύριες Ευρωπαϊκές γλώσσες, ενώ το 1450, απλοποιήθηκε, περικόπηκε και προστέθηκαν 11 γκραβούρες οι οποίες, με ευανάγνωστο αλληγορικό συμβολισμό, απεικόνιζαν τα ίδια μηνύματα ώστε να γίνονται κατανοητά και να αποστηθίζονται εύκολα από αναλφάβητους.

Η έννοια του “καλού θανάτου” έξαψε την φαντασία των καλλιτεχνών σε μια εποχή όπου ο

εικαστικός “λόγος” ήταν εξαιρετικά διαδεδομένος και στα λαϊκά στρώματα, λόγω της εκτεταμένης αγραμματοσύνης. Έτσι προέκυψαν όχι μόνο πολλές εκδοχές επί του θέματος αλλά και πολλές καλλιτεχνικές παρεμβάσεις, εμπνέοντας αργότερα την μελαγχολική ποίηση του 17ου αιώνα και της Ρομαντικής περιόδου. Ένα από τα κυριότερα εικαστικά μοτίβα που αναδύθηκαν μέσα από την παράδοση αυτή ήταν το Danse Macabre. Κύρια χαρακτηριστικά του ήταν η απεικόνιση συνήθως τεσσάρων ανθρώπων που χόρευαν χέρι με χέρι: ενός βασιλιά, ενός δεσπότη, ενός παιδιού και μιας νέας γυναίκας, όλοι σκελετωμένοι. Το ουσιαστικό μήνυμα σε μια εποχή που οι κοινωνικές τάξεις ήταν αυστηρά οριοθετημένες ήταν πως όλοι είναι ίσοι στον θάνατο άσχετα από τον υλικό πλούτο ή την κοινωνική θέση, κι εδώ διακρίνουμε τα πρώτα στοιχεία που προς τον 18ο αιώνα θα οδηγούσαν στην κοινωνικοπολιτική επανατοποθέτηση και την εμφάνιση της αστικής τάξης. Επιπλέον στοιχεία του Danse Macabre παρατηρούνταν στην λαϊκή παράδοση, μέσα από τα θεατρικά “μυστήρια” – παραστάσεις που έδιναν περιπλανώμενοι θίασοι σε πανηγύρια των αγίων – υπογράμμιζαν την πανταχού παρούσα φύση του θανάτου, και μέσα από ένα είδος προγονολατρείας, ότι το πέπλο που μας χωρίζει από τον κόσμο των νεκρών είναι πάρα πολύ λεπτό.

Αγαλματίδιο από την παράδοση Memento Mori. Τέτοια αντικείμενα είχαν σκοπό τον διαλογισμό του ιδιοκτήτη γύρω από τον Θάνατο. (Στρασβούργο, αρχές 17ου αιώνα)

Το τρίτο μοτίβο, το Memento Mori, έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ρώμη, σε μια παράδοση που καθώς ο εκάστοτε νικηφόρος στρατηγός παρέλαυνε απολαμβάνοντας τον θρίαμβό του, ένας σκλάβος περπατούσε ξωπίσω του μουρμουρίζοντας “Κοίτα πίσω σου! Θυμήσου ότι είσαι θνητός,” ώστε ο στρατηγός να μην επαναπαυτεί ποτέ στις δάφνες του. Αυτή η παράδοση αναβίωσε μέσω του Χριστιανισμού, ως

μέθοδος διαρκούς υπενθύμισης στους πιστούς ότι έπρεπε να φροντίσουν την ηθική και πνευματική τους κατάσταση γιατί ο θάνατος είναι πάντα κοντά. Κλιμακώθηκε στην τέχνη του 17ου και 18ου αιώνα και έγιναν τόσο δημοφιλής μόδα ώστε τα μοτίβα αυτά εξαπλώθηκαν σε κάθε λογής αντικείμενα, όπως κουτάκια καπνού, ρολόγια τσέπης, ακόμη και μπιμπελό. . Εμφανίστηκαν δύο κύρια είδη πινάκων: τα λεγόμενα Vanitas (Ματαιότητες) που εξελίχθηκαν στις γνωστές συνθέσεις “νεκρής φύσης,” και τα πορτραίτα που είτε απεικόνιζαν κάποια νεκροκεφαλή, κλεψύδρα, δρεπάνι, ή άλλες υπενθυμίσεις θνητότητας μαζί με το εικονιζόμενο πρόσωπο, είτε ήταν διπλής όψεως: μπροστά ήταν κανονικά πορτραίτα, και πίσω έδειχναν το ίδιο πρόσωπο σε κατάσταση θανάτου ώστε να μπορεί να διαλογίζεται ο εικονιζόμενος επάνω στην θνητή του φύση.

Με την βιομηχανική επανάσταση, την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, τον αυξανόμενο υλισμό, και την ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας, μαζί με την πνευματικότητα ο θάνατος έγινε ο έσχατος εχθρός. Σε κοινωνικό επίπεδο, η τοποθέτηση του ατομικισμού και της καριέρας σε πρώτο πλάνο σήμαινε ότι ενώ κάποτε οι πρεσβύτεροι απολάμβαναν την φροντίδα στο σπίτι στη δύση της ζωής τους, πλέον έγιναν ανεπιθύμητοι, καταδικασμένοι να κλείνουν τα μάτια για τελευταία φορά σε ψυχρές κλινικές και ξένα νεκροκρέβατα. Η μοντέρνα εποχή δεν έχει χρόνο για το γήρας και τις αργές του κινήσεις, και οι μοντέρνοι άνθρωποι δεν θέλουν να θυμούνται τι τους περιμένει. Διαμετρικά αντίθετη θέση από τον Χορό του Θανάτου, που τιμούνταν οι πεθαμένοι και οι ζωντανοί χαίρονταν με την ανάμνησή τους. Όμως, εκτός από το ότι έχουμε ξεχάσει την Τέχνη του Θανάτου, μήπως έχουμε ξεχάσει και το Ars Vivendi – την τέχνη της Ζωής; Ματαιότης ματαιοτήτων είναι πράγματι όλα, όπως λέει ο Εκκλησιαστής (Σολωμόντας) αλλά αν δεν σταματήσουμε να αφουγκραστούμε τον παλμό της ζωής, να μυρίσουμε το φευγαλέο άρωμα του λουλουδιού, τότε μήπως θα είμαστε καταδικασμένοι να το βλέπουμε μονάχα ζωγραφιστό; Χωρίς να γνωρίσουμε, και να συμφιλιωθούμε με τον Θάνατο, είναι δυνατόν πραγματικά ποτέ να γνωρίσουμε τη Ζωή; Για να το κάνουμε όμως αυτό πρέπει πρώτα να γνωρίσουμε τη φύση μας…


Πηγές – Σχετικοί σύνδεσμοι

  • N.F. Blake (1982). “Ars Moriendi”. Dictionary of the Middle Ages.
  • Nancy Beaty (1970). The Craft of Dying: A Study of the Literary Traditions of the Ars Moriendi in England.
  • James M. Clark. The Dance of Death in the Middle Ages and Renaissance, 1950.
  • André Corvisier. Les danses macabres, Presses Universitaires de France, 1998
  • Rites de la Mort en Alsace de la prehistoire a la fin du XIXe siecle, Musees de la ville de Strasbourg, 2009