Χτίζοντας τον Άνθρωπο

Από τη μηνιαία στήλη ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ που δημοσιεύεται στο περιοδικό ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ, ειδικό ένθετο του Ελεύθερου Τύπου του Σαββάτου.

Στην κοινωνική δομή της αρχαίας Αιγύπτου, το πλέον προνομιούχο στρώμα μετά τον Φαραώ και το ιερατείο, ήταν οι αρχιτέκτονες. Συχνά παρίσταντο σε κάποιες τελετουργίες μαζί με τους ιερείς, ενώ ήταν οι μόνοι που είχαν δικαίωμα τέλεσης συγκεκριμένων δημόσιων τελετών χωρίς τη συμμετοχή του ιερατείου.

Ο λόγος; Για να γίνει κανείς αρχιτέκτονας (κι ας θυμηθούμε τα επιτεύγματα των Αιγυπτίων αρχιτεκτόνων), έπρεπε να έχει εντρυφήσει τόσο στις επιστήμες όσο και τις τέχνες. Η παιδεία αυτή δεν ήταν μονάχα θεωρητική, καθώς οι γνώσεις και ικανότητές του δοκιμάζονταν στο έπακρο όταν τις εφάρμοζε.

Το υψηλό κοινωνικό αξίωμα του οποίου έχαιραν οι αρχιτέκτονες συνέχισε στην αρχαία Ελλάδα και την αρχαία Ρώμη, αλλά και μετέπειτα. Τα έργα τους, από τους αρχαίους ναούς, τους μεσαιωνικούς καθεδρικούς μέχρι και σήμερα θεωρούνται ύψιστα επιτεύγματα μηχανικής αλλά και τέχνης. Σήμερα μπορεί να συνεχίζει να μας συγκινεί το μεγαλείο και η αισθητική αυτών των κατασκευών, αλλά σπάνια αναλογιζόμαστε τι κρύβεται από πίσω τους, τις λιγότερο φαντασμαγορικές πτυχές που έδωσαν στους ανθρώπους αυτούς την ικανότητα να δημιουργήσουν τέτοια καλλιτεχνήματα.

Τρεις βασικοί παράγοντες συνέβαλαν στις δημιουργίες αυτές. Η συγκεκριμένη παιδεία που λάμβαναν οι άνθρωποι αυτοί, η ανεπτυγμένη διανόηση (χάριν παιδείας) που τους κατέστησε ικανούς να εφαρμόσουν τις γνώσεις αυτές, και φυσικά, κάποιο κίνητρο. Δεν αναφέρομαι στο προσωρινό και άμεσο κίνητρο του βιοπορισμού ή της αναγνώρισης, αλλά στη βούληση που κινούσε την διαδικασία του σχεδιάζειν και κατασκευάζειν. Ανά τους αιώνες το κίνητρο αυτό μπορεί να άλλαζε ανάλογα με τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της εποχής, αλλά σε γενικές γραμμές ανάγεται σε μια πολύ αρχέγονη ανθρώπινη ορμή: την ανάγκη παρέμβασης στο περιβάλλον και τη Φύση, ως δείγμα κατάκτησης. Όχι με τη μορφή της καθυπόταξης, αλλά ως υπέρτατη εκδήλωση της ανθρώπινης γνώσης και δημιουργικότητας σε συνδυασμό με τη φυση, σε μια υπέρτατη αλχημική πράξη μετουσίωσης. Προ του Χριστιανισμού ήταν μια μορφή θεουργίας, η απόδειξη του ότι και ο άνθρωπος μπορούσε να δημιουργήσει όπως οι θεοί. Κατά τον μεσαίωνα, οι πανύψηλοι και περίτεχνοι καθεδρικοί ναοί υποδήλωναν την πνευματική ανύψωση και την προσπάθεια του ανθρώπου να φτάσει το θείο. Κατά τη δε Αναγέννηση, άνθισε μια έντονα ανθρωποκεντρική τέχνη και αρχιτεκτονική που δόξαζε και πάλι την εν δυνάμει δημιουργική ικανότητα της ανθρωπότητας.

Όμως, φυσικά αυτή η ικανότητα από μόνη της δεν μπορούσε να γεννήσει ναούς και πύργους. Προηγείτο μια πολύ συγκεκριμένη παιδεία, η οποία έμεινε σχεδόν ίδια και απαράλλαχτη στην αρχαιότητα, καθιερώθηκε κατά τον μεσαίωνα, και αναπτύχθηκε σύμφωνα με τα αρχαία πρότυπα και πάλι κατά την Αναγέννηση, σε μεγάλο βαθμό χάρη στους Έλληνες λόγιους που βρέθηκαν στη Δύση μετά από την άλωση της Κωνσταντινούπολης.

Η παιδεία αυτή απαρτιζόταν από τις επτά “ελεύθερες τέχνες” – οι οποίες συμπεριλάμβαναν και τις επιστήμες, που όμως τότε δεν διαχωρίζονταν από τις τέχνες (κάτι που – δυστυχώς – συνέβη την εποχή του Διαφωτισμού). Ονομάστηκαν “ελεύθερες” διότι θεωρούταν πως αυτή ήταν η πρέπουσα παιδεία για κάθε ελεύθερο πολίτη. Χωρίζονταν στην Τριάδα των γραμματικών τεχνών: τη λογική, τη γραμματική και τη ρητορική, και την Τετράδα των αριθμητικών τεχνών: τα μαθηματικά, τη γεωμετρία, τη μουσική και την αστρονομία. Η τριάδα διδασκόταν σε πρωτοβάθμια επίπεδα, καθώς πιστευόταν ότι η εκμάθηση των γραμματικών τεχνών (με την Σωκρατική, εκμαιευτική μέθοδο) ανέπτυσσε την κριτική σκέψη και προετοίμαζε το μυαλό να δεχτεί την πιο περίπλοκη και εφαρμοσμένη γνώση που θα ακολουθούσε. Εν συνεχεία, στην τετράδα των αριθμητικών τεχνών, τα μαθηματικά και η γεωμετρία παρείχαν τη θεωρητική βάση που θα στήριζε τις εφαρμογές της μουσικής και της αστρονομίας. Διόλου τυχαία η επιλογή των τελευταίων, καθώς στην ουσία “απεδείκνυαν” την απόλυτα αλληλένδετη σχέση γης και ουρανού, επιστήμης και τέχνης, ύλης και πνεύματος, και σε συνδυασμό αποκρυστάλλωναν την ουσία της αρχαίας κοσμοθέασης. Το συγκεκριμένο μοντέλο παιδείας εφαρμοζόταν σχεδόν σε όλη την Ευρώπη μέχρι την εποχή του Διαφωτισμού, όταν υπερτέρησε η έννοια της εξειδίκευσης και της μονόπλευρης μελέτης, και τότε, για διάφορους κοινωνικοπολιτικούς λόγους, χωρίστηκαν μεμιάς οι επιστήμες και οι τέχνες, και η παιδεία πήρε τη μορφή που γνωρίζουμε. Στις δε μέρες μας, που στην Ελλάδα η παιδεία πλέον μοιάζει με παραπαιδεία, που δεν στοχεύει στην μάθηση αλλά στην πτυχιοθηρία, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε γιατί πλέον δεν εγείρονται αρχιτεκτονικά καλλιτεχνήματα, και όπως έδειξε πρόσφατη έρευνα, η καινοτομία και η έρευνα είναι κενές έννοιες. Είναι αυξανόμενο φαινόμενο καθώς παρ’ότι στην εποχή μας τα ποσοστά αλφαβητισμού είναι πιό υψηλά από ποτέ. Όμως, η έλλειψη κριτικής ικανότητας, η ευκολία με την οποία μεγάλο μέρος του πληθυσμού παρακινείται από τη διαφήμιση και τα επικοινωνιακά κόλπα διαφόρων παραγόντων, και η διαδεδομένη ισχύς της μαζικής ψυχολογίας, ολοένα αυξάνονται παρ’όλα μας τα τεχνολογικά επιτεύγματα και παρά την εξεζητημένη τεχνογνωσία που υποτίθεται ότι κατέχουμε.

Δεν θα ασχοληθώ με το πως φτάσαμε μέχρι εδώ. Θα σταθώ μόνο στο γεγονός ότι η λύση είναι στα χέρια μας. Πεποίθησή μου είναι ότι, τώρα που το θέμα των μεταρρυθμίσεων στην Παιδεία είναι ξανά στα πρωτοσέλιδα, είναι ανάγκη να επανεξετάσουμε την έννοια των επτά ελευθέρων τεχνών, και είναι χρέος και καθήκον των εκπαιδευτικών να σταθούν στο ύψος τους σε υπηρεσία των αξιών που εκπροσωπούν. Αλλά δεν θέλει ατέρμονες επιτροπές και διαβουλεύσεις. Θέλει όραμα, και πολύ σκληρή εργασία. Στο εξωτερικό πλέον αναπτύσσεται μεταξύ των εκπαιδευτικών ένα ολοένα διογκώμενο κίνημα για την επαναφορά της “κλασσικής παιδείας.” Μήπως θα ήταν πρέπον να επανεξεταστεί και στην γενέτειρα αυτής της παιδείας;

An Allegory of the Liberal Arts by Francken, Frans III (1607-67)

Κάποτε, σε μια εποχή μακρινή, με την απορρόφηση και την πρακτική εφαρμογή της ολιστικής (που προσεγγίζει όλες τις πλευρές του ανθρώπου) και ολοκληρωμένης γνώσης που προσφέρει αυτή η παιδεία, ο άνθρωπος αντιλαμβανόταν τη θέση του στο σύμπαν ως ον που συνέθετε την ύλη και το πνεύμα εντός του, αν και θνητός, δημιουργούσε την αθανασία μέσα από τα υλικά που του προσέφερε η φύση. Οι άνθρωποι που κατάφερναν να παράγουν τις θαυμαστές κατασκευές στις οποίες αναφέρομαι είχαν προνομιακή κοινωνική θέση όχι λόγω της καταγωγής, των γνωριμιών, ή της τσέπης τους, αλλά λόγω του ότι κατάφεραν να εκδηλώσουν και να δημιουργήσουν με βάση τις γνώσεις αυτές. Δεν μιλάμε για κάτι εξωπραγματικό. Μιλάμε για ένα σύστημα παιδείας που λειτουργεί και που σέβεται, αλλά και ανυψώνει τον άνθρωπο και την κοινωνία. Έχουμε άραγε τη βούληση να το κάνουμε ξανά; Ή μήπως θα αντιμετωπιστούν ως καινά δαιμόνια;