Υπηρέτες ή μαριονέτες του πολιτισμού;

Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή Ενημέρωση την Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014. Πνευματικά δικαιώματα (c) Σάσσα Μεταλληνού-Chaitow. Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφ’όσον συνοδεύεται από σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα και ξεκάθαρη αναφορά στην αρθρογράφο. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπης αναδημοσίευσης.

Υπηρέτες ή μαριονέτες του πολιτισμού

Συγκριτικά με άλλα μέρη της Ελλάδος η Κέρκυρα παρουσιάζει αναλογικά σημαντική πολιτιστική δραστηριότητα, κάτι που εντυπωσιάζει κάθε επισκέπτη στο νησί που εντρυφεί λίγο βαθύτερα στο τοπικό γίγνεσθαι. Ωστόσο, όταν κλείνουν τα μικρόφωνα, ή τα φώτα της γκαλερί, ποια είναι εκείνα τα δρώμενα που μας συνοδεύουν μέχρι το σπίτι μας, που μας αφήνουν κάτι χρήσιμο την επόμενη μέρα;

Ένα τέτοιο δρώμενο ολοκληρώθηκε το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε, και πολλά έχουμε ήδη πει για τους στόχους και την ατμόσφαιρα της τριήμερης εκδήλωσης «Σαλόνι Πολιτισμού-Τεχνών (επ)ανάστασις». Εκ της διοργάνωσης μάθαμε ότι σαφής στόχος ήταν η πρόκληση διαλόγου και η ανάδειξη θεμάτων που αφορούν στον κοινωνικό ρόλο του πολιτισμού. Σε τι βαθμό όμως, τελικά επετεύχθη κάτι τέτοιο;

Σημασία έχει ο τρόπος

Είναι βέβαιο ότι πριν ακόμη αρχίσει η εκδήλωση, είχε ήδη ανοίξει η συζήτηση, με κυρίαρχο σχόλιο το γεγονός ότι «δεν έχει ξαναγίνει ποτέ κάτι τέτοιο στην Κέρκυρα». Μα πως γίνεται, θα σκεφτεί εύλογα ο αναγνώστης, αφού καθημερινά στο νησί πραγματοποιείται πληθώρα αξιοσημείωτων εκδηλώσεων; «Είναι ο τρόπος που διαφέρει», σχολίασε μια από τις ζωγράφους που συμμετείχε στην ομαδική έκθεση που πλαισίωσε το τριήμερο. «Δεν είναι ένας ψυχρός, μινιμάλ χώρος», σχολίασε μια δεύτερη, «είναι ένας χώρος που εκ των πραγμάτων θα έρθουν άνθρωποι με αναζητήσεις». «Είναι η αμεσότητα που κάνει τη διαφορά», ανέφερε ένας από τους εξ Αθηνών ομιλητές, καθηγητής φιλοσοφίας καλά εξοικειωμένος με την επισημότητα των αμφιθεάτρων. Αυτή η αμεσότητα και η έλλειψη επισημότητας έδωσε στο ακροατήριο το θάρρος να συμμετάσχει στη συζήτηση με τρόπο τέτοιο, που στο ασφυκτικά γεμάτο χώρο του βιβλιοπωλείου Πλους, δεκάδες άνθρωποι, άγνωστοι μεταξύ τους, βρέθηκαν να αναπτύσσουν και να ανταλλάσσουν απόψεις για το τι σημαίνει πολιτισμός, τι προσφέρει η τέχνη, και φυσικά, η συζήτηση δεν άργησε να εστιάσει στην Κέρκυρα και την πλούσια πολιτιστική της κληρονομιά.

Προβληματισμοί

Οι επισκέπτοντες ομιλητές από Θεσσαλονίκη και Αθήνα δήλωσαν έκθαμβοι από τον πολιτιστικό πλούτο της Κέρκυρας. Ωστόσο πολλές από τις παθογένειες είναι γνωστές, και οι διαπιστώσεις και οι επισημάνσεις γι’αυτές δεν λείπουν από καμία τέτοια συζήτηση. Με σκωπτικό λόγο ο κύριος Γιάννης Πετσάλης διερωτήθηκε εάν τελικά το πανέμορφο πολιτιστικό υπόβαθρο της Κέρκυρας δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα θεατρικό σκηνικό με μαριονέτες αντί για κατοίκους.

Ο κ. Πετσάλης είναι πρόεδρος του Corfu Museum, γνωστός όχι μόνο για την προσφορά του στην ιστορική έρευνα για την Κέρκυρα, αλλά και για την γενναιόδωρη στήριξη που προσφέρει σε πολλούς νέους και δημιουργικούς ανθρώπους. Ως εκ τούτου τόνισε το γεγονός ότι έχει παρέλθει μια στασιμότητα και μια επαναληπτικότητα στο τοπικό γίγνεσθαι, με αποτέλεσμα τα πολιτιστικά δρώμενα να ακολουθούν συγκεκριμένες πεπατημένες, να μην αντιμετωπίζονται ουσιωδώς οι παθογένειες, και παράλληλα να μην εξελίσσεται ο πολιτισμός, παρά μόνο να (κακο)συντηρείται.

Ταυτόχρονα οι τοπικοί μύθοι έχουν εκλείψει σε μεγάλο βαθμό την ιστορική γνώση με αποτέλεσμα να τελούμε διαρκώς μέσα σε ένα πλαίσιο μυθιστορίας. Κατ’επέκταση οι νέοι άνθρωποι αποθαρρύνονται από τη συμμετοχή και την λήψη πρωτοβουλιών αφού οι θέσεις ισχύος είναι κατειλημμένες από ανθρώπους με παγιωμένες οπτικές για το τι θα έπρεπε να συνιστά πολιτιστικό δρώμενο – που συχνά ουδεμία σχέση έχει με την ίδια την κοινωνία στην οποία όμως, καλούνται κι εκείνοι να συμμετάσχουν ως ενεργοί πολίτες.

Όπως ανέπτυξε στην παρουσίασή του ο θεατρολόγος και σκηνοθέτης Δημήτρης Μουμούρης, αυτό που λείπει είναι η ενεργή συμμετοχή των θεατών και των ακροατών, αφού ένα έργο τέχνης (ή μουσικής, ή θεάτρου), δεν ολοκληρώνεται χωρίς τη συμμετοχή του θεατή. Εφόσον όμως έχουμε μάθει να είμαστε παθητικοί θεατές και ακροατές, που μετά από το χειροκρότημα γυρνάμε την πλάτη στην αυλαία, σε τι βαθμό μπορούμε να πούμε ότι προσφέρουμε, ως πολίτες, στον πολιτισμό αυτόν που διατυμπανίζουμε και για τον οποίο περηφανευόμαστε; Σε τι βαθμό πράγματι συμβάλλουμε σε αυτόν, ακόμη και με την ενεργή μας παρουσία;

Πήραν απουσία

Αυτό είναι ακόμη ένα εύλογο ερώτημα καθ’ότι, παρά το γεγονός ότι το Πλους ήταν ασφυκτικά γεμάτο και τις τρεις ημέρες της εκδήλωσης, έλαμψαν δια της απουσίας τους αρκετοί επίσημοι παράγοντες κι εκπρόσωποι που κατά τα άλλα εμφανίζονται ως ταγμένοι στην υπηρεσία του πολιτισμού. Διευθυντές, φερ’ειπείν, των τόσων πινακοθηκών μας… δημόσιοι εκπρόσωποι του πολιτισμού, και άλλοι πολλοί.

Οι κακές γλώσσες ίσως να θεωρούσαν σνομπισμό αυτήν την απουσία, και είναι προτιμητέα μια πιο καλοπροαίρετη ερμηνεία που την αποδίδει στο πολυάσχολο πρόγραμμά τους. Ωστόσο, όταν συναθροίζονται καλλιτέχνες, λόγιοι και πολίτες υπέρ της ανάπτυξης ενεργού πολιτιστικού διαλόγου, οφείλουμε να διερωτηθούμε τελικά εάν θα έπρεπε να συμμετέχουν όλοι όσοι έχουν ήδη επισημάνει συνειδητά τα προβλήματα που διέπουν το θέμα του πολιτισμού.

Διότι αν δεν το κάνουμε, τότε δεν έχουμε δικαίωμα δια να ομιλούμε, ποσώ δε μάλλον να δηλώνουμε υπηρέτες του πολιτισμού.

Ο ρόλος του ενεργού πολίτη

Με αφορμή ένα ποίημα που ακούστηκε στα εγκαίνια της εκδήλωσης, ο προαναφερθείς κ. Πετσάλης διερωτήθηκε αν θα πρέπει να αποδεχτούμε την αποσύνθεση που επιβάλλει ο χρόνος και τα γεγονότα στον πολιτισμό, ή αν θα έπρεπε να αποζητήσουμε να τον αναπλάσουμε με νέα πνοή – πάντοτε με σεβασμό στις μνήμες του παρελθόντος.

Η τριήμερη αυτή προσπάθεια, αποτέλεσμα πρωτοβουλίας κυρίως νέων ανθρώπων, και χωρίς την στήριξη κανενός θεσμού, αποτελεί περίτρανη απόδειξη ότι εάν υπάρχει θέληση να γίνουμε ενεργοί πολίτες και να συζητήσουμε ουσιαστικά μεταξύ μας, μπορούμε να κάνουμε πολλά. Επαφίεται εν τέλει στη βούληση του καθενός αν επιθυμεί να είναι ενεργός πολίτης, ή απλός θεατής – μαριονέτα.