Τα κουρέλια μας τραγουδάνε ακόμα

Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή Ενημέρωση 19/02/14. Πνευματικά δικαιώματα (c) Σάσσα Μεταλληνού-Chaitow. Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφ’όσον συνοδεύεται από σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα και ξεκάθαρη αναφορά στην αρθρογράφο. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπης αναδημοσίευσης. 

 

Προ εικοσαετίας το στερεότυπο του έφηβου – και της έφηβης – ντυμένου με σκισμένα τζιν, μαύρο μπλουζάκι, αρβυλάκι, αλυσίδες, και μπουφάν μηχανής (κι ας μην είχαν ούτε ποδήλατο) ήταν ο εφιάλτης κάθε μάνας και δασκάλου. Μακριά μαλλιά και σκουλαρίκι για τ’αγόρια, έντονο μαύρο αϊλάινερ για τα κορίτσια. Άραζαν στα σκαλάκια της Πάνω Πλατείας με κιθάρες, σε παραλίες (αχ αυτός ο Πέλεκας), τσίμπαγαν τις μεταμεσονύκτιες ώρες στο Μικ-Μακ, αντάλλαζαν κασέτες με αυτοσχέδια ντιζάιν, έγραφαν στίχους και σύχναζαν σε ψυχεδελικά μπαράκια για τα οποία οι πιο συμβατικοί φίλοι τους ψιθύριζαν ιστορίες τρόμου. Οι πιο ιντελεκτουέλ διάβαζαν τις ιστορίες του δρόμου του Τζακ Κέρουακ, ή τις πολιτικές θεωρίες του Μαρξ και του Μπακούνιν. Τα ποιήματα της Κατερίνας Γώγου και τους στίχους του Παύλου Σιδηρόπουλου. Οι συμμαθητές ή τους φοβούνταν, ή τους ψήφιζαν προέδρους του δεκαπενταμελούς, οι δάσκαλοι ή τους είχαν μόνιμα στη μαύρη λίστα, ή πιο σπάνια, τους σιγόνταραν, αναγνωρίζοντας ότι πίσω από το σκληρό προσωπείο υπήρχαν παιδιά με ανησυχίες, με ευαισθησίες, με όνειρα. «Θα στρώσετε χαρακτήρα», έλεγαν κάποιοι μεγαλύτεροι, «θα πήξει το μυαλό». Μα θες στο στρατό, μα θες στο πανεπιστήμιο, μα θες στην καθημερινότητα της δουλειάς; Θα στρώνανε, που θα πήγαινε. Τα αγόρια θα τα κούρευαν, τα κορίτσια κάποια στιγμή θα αντάλλαζαν τα άρβυλα για τις γόβες και το τζιν μπουφάν με τις παραμάνες για ένα κοραλί μεσάτο σακάκι, θα ξέχναγαν τους ροκ ήρωες και θα έβρισκαν «ένα καλό παιδί». Η καραμέλα «θα τα ξεχάσεις όλα αυτά όταν μπεις σε δουλειά» και η απαξίωση από τους μεγαλύτερους καθημερινή. Οι μανάδες απελπισμένες. Στο πρωτοχρονιάτικο και πασχαλινό τραπέζι επαναλαμβανόταν το ποίημα «μα παιδί μου, φόρα ένα σωστό ρούχο, χτένισε αυτό το μαλλί… τι θα πει ο μπάρμπας…»

Τι απέγιναν

Πέρασαν τα χρόνια. Πολλοί εκπλήρωσαν την προφητεία των μεγάλων κι «έστρωσαν». Κουρεύτηκαν, γραβατώθηκαν, βρήκαν μια καλή δουλειά, παντρεύτηκαν, χώρισαν, από τα περιθωριακά κατώγια βρέθηκαν στα σαλόνια, στα μπουζουξίδικα, στα γιορτινά τραπέζια. Ενθυμούμενοι τα «άγρια νιάτα» τους ως επαναστάτες χωρίς αιτία μειδιούν κοκκινίζοντας: «φάση ήταν και πέρασε», την απαρνούνται και την αποποιούνται. Άλλοι χάθηκαν στην άσφαλτο ή τους κατάπιε η νύχτα – οι κίνδυνοι δεν ήταν ποτέ τόσοι όσοι ψιθύριζαν εκείνοι οι συνετοί συμμαθητές, αλλά υπήρχαν, πάντοτε υπήρχαν. Κάποιοι δεν άντεξαν το βάρος της ύπαρξης στο περιθώριο της κοινωνίας, έγιναν λούμπεν, έγιναν «τα μαύρα πουλιά» της Γώγου: «τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα για να κοιμηθούν, άλλα βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται». Αυτοί είναι οι τραγικές φιγούρες της ιστορίες – τα παιδιά εκείνα που δεν άντεξαν στις πιέσεις του περίγυρου, «έστρωσαν», προσπάθησαν να ενταχθούν στην κοινωνία κάποια στιγμή, τα έκαναν όλα καθώς πρέπει, αλλά η ψυχή τους δεν το άντεξε. Πρόδωσαν τα όνειρά τους για να ικανοποιήσουν τα «πρέπει» των άλλων, και κάπου μέσα τους κάτι τσάκισε. Γέρασαν νωρίς, μελαγχόλησαν, ίσως να πέτυχαν τους συμβατικούς στόχους (δουλειά, γάμος, παιδί, στεγαστικό δάνειο), αλλά στην ντουλάπα είναι κρυμμένο ακόμα το τζιν μπουφάν με τις κονκάρδες. Το βγάζουν και το χαϊδεύουν κρυφά καμιά φορά όταν λείπει η οικογένεια. Το’χουν φυλαγμένο μαζί με εκείνο το τσακισμένο τετράδιο με τους στίχους. Είναι το ένοχο μυστικό τους.

Μετά είναι εκείνοι που επιβίωσαν αμετανόητοι. Γκριζάρουν τώρα τα μαλλιά, ίσως να ξεκίνησε φαλακρίτσα, αλλά είναι ακόμη μακριά. Ίσως να πήραν κάποια κιλά, αλλά το τζιν και το μπλουζάκι στη θέση τους. Το μάτι ακόμα γυαλίζει. Κι εκείνοι μια χαρά τα κατάφεραν στη ζωή, και μια δουλίτσα βρήκαν – ή έστησαν δική τους – και σπίτι και οικογένεια έκαναν, αλλά χωρίς συμβιβασμούς. Για τις κοπέλες – νυν κυρίες – τα πράγματα είναι πιο εύκολα, εδώ τα καρφιά, τα τρουκ και οι αλυσίδες έγιναν μόδα τα τελευταία χρόνια και πλέον δεν προκαλούν προβληματισμένες ματιές από τον περίγυρο – οποία ειρωνεία. Το πιο ειρωνικό απ’όλα βέβαια είναι πως τα μπλουζάκια με στάμπες από συγκροτήματα τα φορούν τώρα και τα παιδιά τους. Το ροκ έγινε mainstream πια και ακούγεται και σε μοδάτες καφετέριες… το Dust in the Wind, το Temple of the King, το Brown Sugar και το Riders on the Storm τα ξέρουν και οι πέτρες. Αλλά εκείνοι οι αιώνιοι έφηβοι αναγνωρίζονται μεταξύ τους, ξεχωρίζουν στο λεπτό την προσποίηση από το αυθεντικό, και αυτή ήταν πάντα η μεγαλύτερή τους άμυνα, το μεγαλύτερό τους χάρισμα, ο τρόπος τους να επικοινωνούν και να ελίσσονται μέσα από τα πλέγματα μιας αφιλόξενης κοινωνίας για την οποία εκείνοι πάντοτε ήταν οι «άλλοι», οι διαφορετικοί, οι ανένταχτοι, οι έτεροι. Τα κουρέλια τους τραγουδάνε ακόμα (αναφορά σε θρυλική ταινία του 1979, σκηνοθεσίας Νίκου Νικολαϊδη)… και κατά τα φαινόμενα (σαραντάρηδες, πενηντάρηδες πια) δεν θα σταματήσουν ποτέ να τραγουδάνε, όσα κι αν περάσουν χρόνια (που λέει κι ο Ζουγανέλης).

Το αύριο

Όλα αυτά δεν είναι μια νοσταλγική παιάνα στις παλιές καλές εποχές που ζήσαμε κάποιοι. Είναι κι ένας κώδωνας κινδύνου, γιατί οι εποχές άλλαξαν, και τα πιτσιρίκια εφηύραν ακόμη πιο εξτρήμ τρόπους επανάστασης: το γκόθικ, το emo, το hardcore. Πάντα θα υπάρχουν «διαφορετικά» παιδιά, ευαίσθητα παιδιά, παιδιά που δεν είναι σαν τα άλλα και που δεν θα χωρέσουν ποτέ στις κοινωνικές νόρμες. Και πλέον, αυτά είναι τα δικά μας παιδιά. Οι κοινωνικές εντάσεις που έθεσαν στο περιθώριο τους πάλαι πότε ροκάδες έχουν αρχίσει και φθίνουν, οι αντιλήψεις του ‘50 που τους στρίμωξαν έχουν ξεθωριάσει σαν τα τζιν μπουφάν. Είναι στο χέρι μας να διαπλάσουμε μια νέα γενιά καταπιεσμένη με κρίση ταυτότητας, ή που σέβεται και δέχεται και τον εαυτό της και τους άλλους. Πλέον δεν κουρεύουμε τους τεντιμπόηδες, αλλά η περιθωριοποίηση και η απώθηση του «διαφορετικού» καλά κρατεί. Για να το αντιστρέψουμε αυτό πρέπει πρωτίστως να δεχτούμε τους εαυτούς μας και τις επιλογές μας, τους συμβιβασμούς μας και τους λόγους που συμβιβαστήκαμε. Να διαφοροποιήσουμε την επιβεβλημένη πειθαρχεία και τις βασικές αξίες από την νοοτροπία του κοπαδιού και την καταπίεση της διαφορετικότητας. Να αποφύγουμε την υποκρισία του καθωσπρεπισμού. Ειδάλλως, κάποια στιγμή θα μας εγκαλέσουν τα ίδια μας τα παιδιά. Πλέον είναι δική μας η ευθύνη.