Οι διάσημοί μας μπότηδες και η λήθη των παραδόσεων

Όταν ξεχνιέται η προέλευση μιας παράδοσης, τότε παρά τη γιορτινή ατμόσφαιρα, τη συναισθηματική φόρτιση και τη θρησκευτική κατάνυξη που είναι η κινητήριος δύναμη των Λαμπριάτικων δρώμενων, το αποτέλεσμα είναι να τηρείται μηχανικά, χωρίς να γίνεται πραγματική «παράδοση» του περιεχομένου του εκάστοτε εθίμου. Ως αποτέλεσμα, τα έθιμα  που πηγάζουν από άλλοτε σημαντικά νοήματα, για πολλούς καταλήγουν ως γραφικές ατραξιόν – κάτι που ξενίζει ακόμη κι εκείνους που πραγματικά τα αγαπούν, ενώ όσο περνούν τα χρόνια οι ρίζες τους χάνονται σε μια ομίχλη φημών και αστικών θρύλων, εν τέλει χάνοντας το νόημά τους.

ΚΕΡΚΥΡΑ. Ένα από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά της ταυτότητας του κάθε λαού και τόπου, είναι οι παραδόσεις και οι μύθοι με τους οποίους πλαισιώνουν και ορίζουν την πραγματικότητά τους. Κάθε έθιμο που μας κληροδότησαν οι προηγούμενες γενιές συμβάλλει στον αυτοπροσδιορισμό μας, και αν δεν ανταποκρίνονται όλοι οι τοπικοί μύθοι στην ιστορική πραγματικότητα, αυτό έχει μικρότερη σημασία μπροστά στη δύναμη που έχουν να σφυρηλατήσουν συνειδήσεις, ταυτότητες, και μνήμες. Η Μεγάλη Εβδομάδα ήδη φτάνει στο αποκορύφωμά της, και ένα από τα πιο συγκινητικά θεάματα είναι η συμμετοχή των παιδιών και της νεολαίας σε κάθε πτυχή των παραδοσιακών δρωμένων – μια συμμετοχή που αποτελεί μια δημόσια μύηση στην τοπική κοινωνία με την ιδιαίτερη πολιτισμική της ταυτότητα. Όμως για να ολοκληρωθεί αυτή η εισδοχή σε έναν τόπο πλούσιο σε παραδόσεις, πρέπει να συντηρούνται και οι έννοιες που τις γέννησαν.

Οι διάσημοι μπότηδες

Αύριο, όπως κάθε Μ. Σάββατο, η Κέρκυρα θα κάνει το γύρο των ελληνικών μέσων με πλάνα από την Πρώτη Ανάσταση και την απαραίτητη επεξήγηση ότι «μπότηδες = στάμνες», ενώ πιθανόν να μη λείψουν οι αναφορές στον αυξημένο τουρισμό και τη γραφικότητα των καντουνιών μας. Ωστόσο οι γνώμες διίστανται εδώ και χρόνια για την προέλευση αυτού του εθίμου και ανάλογα με τον αφηγητή, θα ακούσουμε και διαφορετική εκδοχή.

Μεσαίωνας;

Μια από τις πιο διαδεδομένες εκδοχές προσδίδει βενετσιάνικη προέλευση στο έθιμο αυτό, αναφέροντας πως κατά το μεσαίωνα, οι Βενετοί έσπαγαν τα παλιά τους σκεύη την Πρωτοχρονιά, για να τους φέρει το νέο έτος αγαθά και ευημερία. Το έθιμο παραλλάχθηκε από τους Ορθόδοξους και συνδυάστηκε με το Πάσχα με παρόμοια σημασία. Μια δεύτερη εκδοχή που επίσης χρονολογείται από το μεσαίωνα, αναφέρει πως πρόκειται για εξαγνισμό και διωγμό της κακοτυχίας. Για τη δεύτερη περίπτωση υπάρχουν αρκετά παραδείγματα σε πολλές ανά τον κόσμο παραδόσεις, όπου ο δυνατός τελετουργικός θόρυβος χρησιμοποιείται για τον διωγμό των «κακών πνευμάτων».

Η αρχαιότητα;

Συχνά αναφέρεται μια εκδοχή που τοποθετεί στο αρχαίο παρελθόν τις ρίζες του εθίμου, κι εδώ συναντάμε συγκεχυμένες και ασαφείς εξηγήσεις. Ενίοτε αναφέρεται πως στα προχριστιανικά χρόνια τηρούταν το ίδιο έθιμο κοντά στην ανοιξιάτικη ισημερία, και συμβόλιζε το καλωσόρισμα της άνοιξης: όπως στην εκδοχή «βενετσιάνικης προέλευσης», έπρεπε να σπάσουν τα παλιά δοχεία για να γεμίσουν τα καινούρια. Μια ακόμη, πιο πιθανή εκδοχή, σχετίζεται με τα προχριστιανικά έθιμα πένθους. Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, όταν πέθαινε κάποιος, συνηθιζόταν να πετούν νερό για να ξεπλύνουν το «μίασμα» του θανάτου, ενώ έσπαγαν επάνω από τον τάφο (ή έξω από την πόρτα του σπιτιού) ένα πήλινο αγγείο για να «σπάσει» το κακό. Το έθιμο αυτό συνέχισε να τηρείται στην Κέρκυρα και στα χριστιανικά χρόνια, και όπως πολλά άλλα έθιμα απλώς συγχωνεύτηκε με τις χριστιανικές λαϊκές τελετουργίες. Δεδομένου ότι το Πάσχα γιορτάζουμε τον θάνατο και την ανάσταση του Θεανθρώπου, είναι αρκετά πιθανό η παράδοση των μπότηδων να σχετίζεται με αυτή την καθ’όλα λαϊκή και διαδεδομένη πρακτική, και με το πέρασμα του χρόνου να απέκτησε τις διαστάσεις που γνωρίζουμε σήμερα. Επίσης δεν αποκλείεται το σημερινό έθιμο να αποτελεί συγκριτική σύνθεση όλων των παραπάνω, και όχι μονάχα της μίας ή της άλλης εκδοχής. Μπορεί σήμερα να γεμίζουμε τους μπότηδες με νερό για να κάνουν μεγαλύτερο κρότο και για να μην πετάξουν τα θρύψαλα στα μάτια των συγκεντρωμένων, αλλά ταυτόχρονα καθρεφτίζει τον εξαγνισμό και την προετοιμασία του εδάφους για την ανάσταση και την αναγέννηση, την ίδια στιγμή που αναγεννάται όλη η πλάση. Από την έντονα πένθιμη ατμόσφαιρα της Μ. Παρασκευής έτσι βιώνουμε την κάθαρση και την δική μας προσωπική ανάσταση: και είναι στο χέρι του καθενός από εμάς να το βιώσει με όλες αυτές τις πολύσημες έννοιες, παραδίδοντας τες στην επόμενη γενιά, ή να το θεωρήσει απλά ένα πανηγύρι….

 

Πηγές:

Δήμος Κέρκυρας Δήμητρα Καρδακάρη, «Προλήψεις και Δεισιδαιμονίες», www.corfu-museum.gr

Τάσα Δαβιδοπούλου, «Ήθη και Έθιμα στα Κοινωνικά Δρώμενα (Γέννηση – Βάφτιση – Γάμος – Θάνατος)», www.corfu-museum.gr