Μέσα από τα μάτια της ξενιτιάς: Η Κέρκυρα ως άλλη Ιθάκη

Μεταξύ των νέων Κερκυραίων επικρατούν τρεις διαδεδομένες οπτικές για τη ζωή στο νησί. Η μία συναντάται συνήθως μεταξύ εκείνων που μετά την δευτεροβάθμια εκπαίδευση παρέμειναν κι εργάστηκαν στο νησί. Η δεύτερη αφορά όσους ξενιτεύτηκαν νωρίς, και πλέον το νησί αποτελεί για εκείνους προορισμό διακοπών. Η τρίτη αφορά εκείνους που επί σειρά ετών σπούδασαν κι εργάστηκαν σε κάποια μεγαλούπολη ή στο εξωτερικό, αλλά επέστρεψαν στην πιο παραγωγική ηλικία με στόχο την μόνιμη εγκατάσταση.

Η τελευταία περίπτωση αφορά νέους ανθρώπους που αντάλλαξαν συνειδητά το δέλεαρ των ευκαιριών του εξωτερικού ή των μεγάλων αστικών κέντρων για να χτίσουν μια νέα ζωή στο νησί. Προφανώς δεν επέστρεψαν ούτε από ανάγκη, ούτε από ρομαντισμό, αλλά έλαβαν μια απόφαση που θα έχει άμεσο αντίκτυπο στη ζωή τους. Φέρνουν τις εμπειρίες και την οπτική ενός άλλου τόπου (εντός ή εκτός συνόρων). Θα αναγκαστούν να προσαρμοστούν γρήγορα στην Κερκυραϊκή καθημερινότητα γιατί βρίσκονται σε μια ηλικία που «έχουν τελειώσει τα ψέματα». Θα μεγαλώσουν τα παιδιά τους εδώ. Και είναι εκείνοι με την πιο αισιόδοξη ματιά για τις ευκαιρίες και τη ζωή στο νησί – που δεν εθελοτυφλούν ούτε είναι ανενημέρωτοι για τα προβλήματα που υπάρχουν. Βλέπουν ευκαιρίες εκεί που όσοι αισθάνονται εγκλωβισμένοι από τη νησιώτικη καθημερινότητα, ίσως τελικά βλέπουν το δέντρο αλλά χάνουν το δάσος…

Αναζητήσαμε νέους ανθρώπους μεταξύ 25 και 45 ετών για να μπούμε στην καρδιά του θέματος. Έξι ιδιωτικοί υπάλληλοι και τρεις ελεύθεροι επαγγελματίες, όλοι πτυχιούχοι και καλλιεργημένοι. Από αυτούς, ο ένας δεν έφυγε ποτέ από την Κέρκυρα, οι τρεις επέστρεψαν αμέσως μετά από σπουδές σε άλλη πόλη, και άλλοι πέντε, αφού έλειψαν περισσότερο από μια δεκαετία, γύρισαν την πλάτη στη ζωή και τις ευκαιρίες της μεγαλούπολης (ή του εξωτερικού) για να εγκατασταθούν στο νησί.

Τι μας είπαν

Οι αντιδράσεις των συνομιλητών μας όσον αφορά τα καλά και τα κακά της ζωής στην Κέρκυρα ποικίλουν εντυπωσιακά. Όσοι δεν έφυγαν, ή επέστρεψαν αμέσως μετά από τις σπουδές, αρχικά εστιάζουν στο παράπονο για τα κακώς κείμενα, την έλλειψη ευκαιριών, και την έλλειψη ποικιλίας στην πολιτιστική και κοινωνική ζωή. Ονειρεύονται την αγορά, την ανωνυμία, τις συναυλίες, και τις φαινομενικά ατελείωτες ευκαιρίες της μεγαλούπολης. Τους προσγειώνουν κάπως απότομα οι άρτι αφιχθέντες από Αθήνα και Θεσσαλονίκη, εξηγώντας πως η κρίση έχει ακρωτηριάσει σημαντικά και τις ευκαιρίες, και τη δυνατότητα ψυχαγωγίας που κάποτε πρόσφεραν. Αποκαλύπτουν τις δυσκολίες στην αστική καθημερινότητα, την έξαρση της εγκληματικότητας – και του φαινομένου της αστικής αποξένωσης, παράγοντες που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην απόφασή τους να επιστρέψουν  στο νησί.

Καθώς κυλά η συζήτηση, όσοι επέστρεψαν αμέσως μετά τις σπουδές τους, θίγουν ζητήματα που συχνά ξεχνιούνται. «Σκέφτομαι σοβαρά να ξαναφύγω»,  δηλώνει μία συνομιλήτρια, 35χρονη ιδιωτική υπάλληλος που όμως απασχολείται σε αντικείμενο άσχετο από τις σπουδές της. «Επιμένουν να με παντρέψουν». Όταν καταλαγιάζουν τα γέλια, μια συνομήλικη με πλούσιο βιογραφικό αποκαλύπτει πως και το δικό της «σόι» συχνά την πιέζει για το θέμα του γάμου. «Ντε και καλά να βρω κάποιον να με αποκαταστήσει. Στον μήνα που πέρασε μου έχουν πει 5 διαφορετικοί άνθρωποι ότι πρέπει να βιαστώ να κάνω παιδί, γιατί μεγαλώνω», μας λέει μειδιώντας. «Εδώ δεν έχω χρόνο για τον εαυτό μου, το παιδί θα σκεφτώ;» προσθέτει. Αυτή η – καλοπροαίρετη μεν, άστοχη δε – πίεση που ασκείται στις νέες γυναίκες από τον οικογενειακό περίγυρο είναι σημαντικός, αν και αόρατος παράγοντας που πολλές φορές καθορίζει την απόφαση αποστασιοποίησης από την ιδιαίτερη πατρίδα, μας εξηγεί η τελευταία συνομιλήτρια. «Απείχα από το νησί μια δεκαετία για να αποφύγω τα προξενιά και την κριτική». Απίστευτος κι όμως αληθινός δείκτης του χάσματος γενεών.

Ερωτώμενοι πως βρήκαν διεξόδους στην φαινομενικά περιορισμένη κερκυραϊκή πραγματικότητα, οι νέοι που επέστρεψαν νωρίτερα από τους υπόλοιπους εξιστορούν: «Όταν γύρισα από σπουδές στην Ιταλία ένιωθα τρομερά καταπιεσμένη», αναφέρει η φαρμακοποιός της παρέας. «Έπαιρνα το αυτοκίνητο και να πηγαίνω μακρινές διαδρομές. Γνώρισα όλη την Κέρκυρα.» Κάνει λόγο για την παθιασμένη της ενασχόληση με τις πολεμικές τέχνες και τον χορό. Ένας άλλος αποκαλύπτει την τακτική του ενασχόληση με το κτήμα του, την οικολογική καλλιέργεια, και την χειροτεχνία που ονειρεύεται να αναπτύξει  σε βιοπορισμό ώστε να εγκαταλείψει την τωρινή – χειρωνακτική – εργασία του.

Τον λόγο παίρνουν οι νεοαφιχθέντες. Πλήρεις εμπειριών, με αέρα πρωτευουσιάνικο ή Ευρωπαϊκό, είναι άνθρωποι που επέλεξαν – με πλήρη επίγνωση των δοκιμασιών της κρίσης – να ανταλλάξουν την επαγγελματική καταξίωση, την εργασιακή βεβαιότητα, την αξιοκρατία, και τις γενναιόδωρες αμοιβές, με την Ελληνική πραγματικότητα και όσα αυτή συνεπάγεται. Τι στην ευχή τους έφερε πίσω; Μήπως δείλιασαν; Μα η ξενιτιά δεν τους ήταν ξένη. Μήπως έκαναν την τύχη τους αλλού κι επέστρεψαν εξασφαλισμένοι; Μα πλέον εργάζονται εδώ με βασικό μισθό και ζουν στο νοίκι.

Χαμογελώντας εξηγούν την απόφασή τους. «Νιώθω γεμάτη, χάρηκα τη ζωή μου, και πλέον αναζητώ την ηρεμία και την ομορφιά που μόνο η Κέρκυρα μπορεί να μου δώσει», αναφέρει η πρώτη. «Δεν της λείπει τίποτα, αρκεί να έχεις τη διάθεση να το ψάξεις», λέει ένας άλλος, ενώ κουνάει καταφατικά το κεφάλι ένας τρίτος. «Η βόλτα στην παραλιακή και η επίσκεψη σε φίλους δεν κοστίζει,» λέει μια άλλη, «η ομορφιά του νησιού δεν αγοράζεται», συμπληρώνει. «Μας χρειάζεται ο τόπος μας,» σημειώνει αναπάντεχα ο μικρότερος της παρέας, που αρνήθηκε καριέρα στο εξωτερικό. «Αν δεν μείνουμε κάποιοι πίσω, ποιός θα ανορθώσει τα ερείπια;» Κανείς τους δεν εθελοτυφλεί απέναντι στα προβλήματα που αντιλαμβάνονται: διαφθορά, συντηρητισμός, νησιωτικότητα, στενομυαλιά, κριτική του περίγυρου, καρεκλοκένταυροι, μεμψιμοιρία χωρίς πράξη… και όλα αυτά ξέχωρα από την κρίση. Αλλά δεν τα βάζουν κάτω. «Αν όχι εμείς, ποιοί;» λένε. Βλέπουν άπειρες δυνατότητες: από τα ανεξερεύνητα καντούνια μέχρι την ανάπτυξη χειμερινού και συνεδριακού τουρισμού. Από τα εναλλακτικά πολιτιστικά δρώμενα μέχρι την οικολογία. Και καθώς αντιλαμβάνονται ότι ξεχωριστά ο καθένας έχουν φτάσει στα ίδια συμπεράσματα, ότι χάρη στους ορίζοντες που τους άνοιξε η ξενιτιά, βλέπουν τις ευκαιρίες και τα θετικά στοιχεία της νησιώτικης ζωής, παίρνουν κουράγιο ο ένας από τον άλλον. Τελικά, υπάρχει ελπίδα…

Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή Ενημέρωση την 4/2/2014