Η (από)κρυφή Μαγεία της Γραμματικής

Αλληγορία της Γραμματικής

Από τη μηνιαία στήλη ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ που δημοσιεύεται στο περιοδικό ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ, ειδικό ένθετο του Ελεύθερου Τύπου του Σαββάτου. To παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβριο 2011.

«Οι λέξεις είναι το φρούριο που προφυλάσσει από την κτηνωδία. Οταν δεν γνωρίζουµε, όταν δεν µπορούµε να εκφραστούµε, όταν χειριζόµαστε τα πράγµατα κατά προσέγγιση όπως κάνουν πολλοί νέοι σήµερα, όταν τα λόγια δεν είναι αρκετά για να ακουστούν, όταν ο λόγος δεν είναι επεξεργασµένος επειδή η σκέψη είναι ασαφής, τότε δεν µένει παρά η γροθιά, το ξύλο, η τυφλή βία. Κι αυτη απειλεί να στραγγαλίσει τον δυτικό, ανθρωπιστικό ιδανικό µας κόσµο».
Ζακλίν ντε Ρομιγύ

Τέλη Σεπτεμβρίου κι επιστρέφουμε σε ρυθμούς φθινοπώρου. Άνοιξαν τα σχολεία, στο χώρο της Παιδείας διαδραματίζονται αναταράξεις πολλών ρίχτερ και ακόμη είναι πολύ νωρίς για να προβλέψουμε ποιό θα είναι το αποτέλεσμα.

Τον προηγούμενο μήνα αναφέρθηκα στην κλασσική Παιδεία και τις επτά Ελεύθερες Τέχνες ως ιδανικό μοντέλο Παιδείας. Είναι ενδιαφέρουσα σύμπτωση το γεγονός ότι την ίδια μέρα που κυκλοφόρησαν τα Φαινόμενα με το άρθρο αυτό, ο καθηγητής Γ. Μπαμπινώτης έκανε δηλώσεις στο Σκάι αναφορικά με τις μεταρρυθμίσεις στην Παιδεία, επισημαίνοντας την ανάγκη «να κάνουμε πολίτες ευαίσθητους και σκεπτόμενους ήδη από το σχολείο» . Επιπλέον πρόσθεσε: «Έχουμε πρόβλημα ποιότητας στη γλωσσική μας επικοινωνία». Και συμπληρώνω: ενός κακού μύρια έπονται…

Η γραμματική, αυτό το τόσο βαρετό μάθημα, με κανόνες-γλωσσοδέτες και ασκήσεις που μούδιαζαν τον εγκέφαλο, αποτελεί μέρος του κεντρικού πυρήνα της Κλασσικής Παιδείας εδώ και χιλιάδες χρόνια. Στην αρχαιότητα καταγράφηκε πρώτη φορά με τον τίτλο ‘Τέχνη Γραμματική’ από τον μαθητή του Αρίσταρχου της Σαμοθράκης, Διονύσιος ο Θράκιος, με σκοπό να βοηθηθεί ο κόσμος που τότε γνώριζε την κοινή, αλλά όχι υποχρεωτικά την ποιητική χρήση της γλώσσας, να κατανοήσει την επική ποίηση του Ομήρου.

Από τις απαρχές της δηλαδή, η γραμματική συνδέεται με την έννοια της Ποίησης – δηλαδή της Δημιουργίας. Η δε λέξη “τέχνη” προκύπτει από το αρχαιοελληνικό “τίκτω” (=γεννώ). Οι Ρωμαίοι την ονόμαζαν Janua Artium – Πύλη των Τεχνών. Άρα, η έννοια της γραμματικής και οι όροι με τους οποίους ορίζεται από την αρχαιότητα, συνδέονται άρρηκτα με τη δημιουργική ορμή του ανθρώπου.

Θα μπορούσε να αντιπροτείνει κανείς ότι είναι περισσότερο περιοριστικός παρά χρήσιμος ο ρόλος μιας γραμματικής. Μας στριμώχνει σε τεχνητά πλαίσια αντί να επιτρέψει την απόλυτη ελευθερία στην έκφραση και τη δημιουργικότητα, άλλωστε, αρκεί η έμφυτη δημιουργική ορμή, αφού κι ένας αναλφάβητος γνωρίζει από γραμματική, ακόμη κι αν δεν ξέρει τους κανόνες. Μαθαίνει οργανικά να μιλάει σωστά τη γλώσσα του, ακόμη κι αν δεν ξέρει να τη γράψει, οπότε φτάνουμε στο ερώτημα: υπάρχει λόγος να δαπανήσουμε τόσο πολύ χρόνο και κόπο για την εκμάθηση ενός θέματος που ούτως ή άλλως θα το απορροφήσει ένα παιδί από τον περίγυρό του;

Αυτό το σκεπτικό αποτελεί φιλελεύθερη παιδαγωγική θεωρία που έγινε δημοφιλής από τη δεκαετία του ’70 στο εξωτερικό, ενώ λίγο αργότερα έφτασε στη χώρα μας. Το πρόβλημα είναι πως η γραμματική αποτελεί κάτι πολύ πιο ουσιαστικό από έναν κατάλογο κανονισμών της ορθής χρήσης μιας γλώσσας.

Στην παιδική ηλικία, δεν μαθαίνουμε μόνο αράδες από άχρηστους κανόνες. Μαθαίνουμε υποσυνείδητα πως να συγκροτήσουμε τη σκέψη μας, και με την προσθήκη του λεξιλογίου και της εμπειρίας, πως να την εκφράσουμε. Είναι αρκετά γνωστή η σημειολογική θεωρία που αναφέρεται στο σημαίνον και το σημαινόμενο. Το σημαίνον μπορεί να είναι μια λέξη, ένα σύμβολο, ακόμη κι ένα νεύμα ή μια κίνηση που περιέχει κάποιο μήνυμα. Η λέξη δέντρο (γραπτά ή προφορικά), λόγου χάρη, ή το σκίτσο ενός δέντρου, ή ένας ηθοποιός που αναπαριστά το δέντρο. Το δέντρο, είναι το λεγόμενο σημαινόμενο. Αμέσως αμέσως, έχουμε κάνει ένα αφαιρετικό βήμα: ξέρουμε ότι το σκίτσο δεν είναι δέντρο, αλλά στο μυαλό μας γίνεται η σύνδεση και η απόσταση μεταξύ συμβόλου κι έννοιας – σημαίνοντος και σημαινόμενου – εξαλείφεται.

Το ίδιο ισχύει για πιο αφηρημένες έννοιες – κάποιος ζωγραφίζει μια καρδιά με δυό αρχικά στην πάχνη που καλύπτει το τζάμι ενός τρένου. Δεν χρειάζεται πολλή σκέψη για να καταλάβουμε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι μάλλον νεαρός/η σε ηλικία, ερωτευμένος και νοσταλγικός συνάμα.

Το συμπέρασμα αυτό είναι αποτέλεσμα πολλαπλών διεργασιών του μυαλού. Αντλεί από την εμπειρία μας (ξέρουμε τι είναι ο έρωτας), την κοινωνικοποίησή μας (ξέρουμε με ποια ‘σύμβολα’ η κοινωνία μας αναπαριστά την έννοια του έρωτα και ότι οι νεώτεροι συνηθίζουν να το βροντοφωνάζουν), κάνουμε ασυνείδητα τη σύνδεση του τρένου με την έννοια της απουσίας και καταλήγουμε στην έννοια της νοσταλγίας. Αν κάνουμε ένα ακόμη αφαιρετικό βήμα, διαβάζοντας, ή ακούγοντας το στίχο

“σε περιμένω σαν ένα σπίτι μοναχό
μέχρι να με ξαναδείς και να μείνεις μέσα μου
Μέχρι τότε, πονάνε τα παράθυρά μου.”
(Πάμπλο Νερούδα)

ανοίγονται συλλογισμοί ολόκληροι… και όσο πιο αφηρημένη και πλούσια η μεταφορά – το σημαίνον – τόσο πιο έντονο το αποτέλεσμα όταν νοήσουμε το σημαινόμενο….

Ολόκληρη αυτή η συλλογιστική είναι το αποτέλεσμα μιας γραμματικής της σκέψης. Η υποσυνείδητη πια γνώση της γραμματικής δίνει το αναφορικό πλαίσιο που χρειάζεται ο εγκέφαλος για να κάνει τους παραπάνω συνειρμούς και να απορρίψει άλλους (δεν ζωγραφίζει μια καρδιά επειδή πεθαίνει της πείνας!). Μοιραζόμενοι το ίδιο ακριβώς αναφορικό πλαίσιο, έτσι επικοινωνούμε μεταξύ μας. Οι κανόνες της καλής συμπεριφοράς, οι κανόνες της πολιτικής, τα ήθη και τα έθιμα αποτελούν πιο περίτεχνους κώδικες επικοινωνίας που στη ρίζα τους βασίζονται στην ταπεινή γραμματική.

Το πρόβλημα που ξεκινάει; Εκεί που το αναφορικό πλαίσιο με το οποίο ερμηνεύουμε την καρδιά στο τζάμι, δεν είναι αρκετά μεγάλο για να χωρέσει πιο δύσκολες και αφηρημένες έννοιες. Ο περιορισμός αναφορικού πλαισίου ισούται με αδυναμία ανάπτυξης αφηρημένων και περίπλοκων εννοιών. Δημιουργείται πρόβλημα όταν αντί να επιχειρούμε να πλατύνουμε το αναφορικό μας πλαίσιο, ως άλλος Προκρούστης στριμώχνουμε τη δυσνόητη έννοια μέσα σε αυτό, ή αποφασίζουμε να αγνοήσουμε ή να απαξιώσουμε ότι δεν χωράει σ’αυτό. Το φαινόμενο αυτό αντανακλάται σε συμπεριφορές που αντί να επιδιώκουν να μάθουν κάτι που δεν καταλαβαίνουν, κάτι ίσως δύσκολο, το υποτιμούν ή το απορρίπτουν, γιατί απλά το μυαλό δεν μπορεί να το συλλάβει. Και αυτό, μοιραία, οδηγεί στην οργή, την απαξίωση, ή την αδιαφορία. Ένα πιο απτό παράδειγμα θα μπορούσε να είναι το παιδάκι που έμαθε τέλεια πως να κλίνει ένα ρήμα, και ξαφνικά του ζητείται να εξηγήσει την σημειολογία της φράσης “πλέκω εγκώμιο” όταν εκείνο ξέρει μόνο ότι η γιαγιά πλέκει πουλόβερ…. Αν το υποχρεώσουμε στην άσκηση αυτή, ή θα βάλει τα κλάματα (οργή), ή θα παραιτηθεί (αδιαφορία), ή θα τα βάλει με το δάσκαλο (απαξίωση).

Και πως αντανακλάται αυτό στην καθημερινότητα, στην κοινωνία ενηλίκων; Για την οργή δεν νομίζω να χρειάζονται πολλά λόγια. Η οργή εκδηλώνεται με πολλές μορφές, ως φθόνος, αλαζονεία, εκδικητικότητα… Η αδιαφορία οδηγεί στην έννοια της αποκοίμησης, της τυφλής υποταγής σε οτιδήποτε είναι πιο μεγάλο και πιο δύσκολο από την προσωπική μας νοητική σφαίρα, ή που διδαχθήκαμε ότι απαγορεύεται να αμφισβητίσουμε. Η δε απαξίωση φροντίζει να καταδικάζουμε ό,τι δεν καταλαβαίνουμε, κι εμείς οι ίδιοι να εξοστρακίζουμε την κριτική ικανότητα που αισθανόμαστε σαν απειλή, γιατί γίναμε ανάξιοί της.

Και για όλα αυτά φταίει η γραμματική; Κι όμως, ναι. Γιατί, με την ζωντανή, κεφάτη, ενθουσιώδη εκμάθηση της γραμματικής, όχι ως σειρά βαρετών ασκήσεων αλλά ως παιχνίδι που τεντώνει τα όρια του εγκεφάλου, ο νους γυμνάζεται, απλώνεται, διαπιστώνει ότι μπορεί να φτάσει ως το διάστημα και δημιουργεί αναφορικά πλαίσια μέσα στα οποία μπορεί να Ποιεί και να Τίκτει και να συνειδητοποιήσει τις δυνάμεις του. Στη γραμματική ραχοκοκκαλιά αυτή ακουμπούν και οι υπόλοιπες Ελεύθερες Τέχνες, που με συνδετικό κρίκο την Φιλοσοφία, χτίστηκε ένας πολιτισμός που ακόμη αντηχεί μέσα στο χρόνο. Μήπως δεν θα έπρεπε να συλλογιστούμε ξανά την αξία της;

Κάποτε στον τοίχο ενός σχολείου είδα ένα κορνιζαρισμένο ρητό: “Δάσκαλε, σμίλευε ψυχές….”

Δάσκαλοι…. σμιλεύετε ψυχές…