Εμεις και ο Χρονος: Η Μαγεια της Μυθοποιιας

Ο χρόνος περιβάλλει την καθημερινότητά μας και καθορίζει την ίδια μας την ύπαρξη, αλλά ταυτόχρονα εξαρτάται απόλυτα από τον τρόπο με τον οποίο συνειδητοποιούμε τους εαυτούς μας, τόσο ως άτομα όσο και ως ανθρωπότητα. Δεν σταματά για κανέναν μας, αλλά ταυτόχρονα μας καθιστά όλους μικρούς δημιουργούς, είτε το αντιλαμβανόμαστε, είτε όχι.

 Ο τρόπος αντίληψης του ανθρώπινου χρόνου δημιουργεί διλήμματα από την εποχή του πατέρα της ιστορίας, Ηρόδοτου. Στις μέρες μας θεωρούμε πως η ιστορία είναι η πιστή καταγραφή του ανθρώπινου περάσματος από τον υλικό κόσμο, με ακριβείς ή κατά προσέγγιση ημερομηνίες, γεγονότα, και γενεαλογίες, οριοθετεί με ασφάλεια την πορεία της ανθρωπότητας, τόσο σε πλανητικό επίπεδο, όσο και στις μικροϊστορίες λαών και τοποθεσιών. Όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.

Ηρόδοτος

 Σύμφωνα με τον ίδιο, ο σκοπός του Ηρόδοτου ήταν η διατήρηση της μνήμης των συναρπαστικών γεγονότων και πράξεων Ελλήνων και γειτονικών λαών. Κατέγραψε ιστορίες, μύθους και θρύλους τόσο των Ελλήνων, όσο και των Αιγυπτίων και των Βαβυλωνίων, ενώ δέχτηκε ισάξια τόσο την προφορική παράδοση και τους μύθους των λαών, τα Ομηρικά έπη και την κοσμογονία των θεών, όσο και τα διασταυρωμένα γεγονότα, υπαινίσσοντας ότι ιστορία δεν είναι μόνο τα όσα διαδραματίστηκαν στο βαθύ παρελθόν, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο εμείς οι άνθρωποι αντιλαμβανόμαστε το παρελθόν μας – κάτι που επίσης υπαινίσσεται μια πολύ σχετική αντίληψη του χρόνου. Ο δε Θουκυδίδης έλαβε μια πολύ πιο ορθολογιστική στάση, κατακρίνοντας τον Ηρόδοτο λέγοντας ότι δέχτηκε αφηγήσεις και αναφορές που δεν μπορούσαν να διασταυρωθούν, έτσι επιτρέποντας σωρεία παρερμηνειών και στρεβλώσεων. Με τη σειρά του επιχείρησε να καταγράψει την ιστορία αυστηρά με βάση ό,τι είχε δει ή τεκμηριώσει, αναγνωρίζοντας πως ίσως να απογοήτευε τον αναγνώστη που θα αναζητούσε τις μυθικές διαστάσεις της ιστορίας.

Αυτή η αρχαία διαφοροποίηση των δύο ειδών καταγεγραμμένης ιστορίας εξακολουθεί και ταλανίζει τους ιστορικούς μέχρι τις μέρες μας, κι έχει δημιουργηθεί ολόκληρος κορμός σχολιασμού και αναλύσεων όπου ιστορικοί, φιλόσοφοι και μελετητές των μύθων επιχειρηματολογούν υπέρ και κατά των δύο μεθόδων. Διότι, τελικά, ο τρόπος που καταγράφουμε την ιστορία μας θα είναι πάντοτε υποκειμενικός, ακόμη κι αν η κάθε λέξη είναι τεκμηριωμένη. Αυτό συμβαίνει τόσο γιατί η κάθε εποχή, η κάθε σχολή, ο κάθε πολιτισμός, και ο κάθε ιστορικός ανταποκρίνεται στα δικά του συμφραζόμενα, με αποτέλεσμα να τονίζει ή να απαξιώνει στοιχεία ανάλογα με τις προτεραιότητές του. Η ιστοριογραφία λοιπόν, δεν μας παρουσιάζει τόσο τα ίδια τα γεγονότα, όσο καθρεφτίζει τη σχέση μας με το παρελθόν, τη μνήμη και τον χρόνο. Τα όσα αφηγείται, μοιραία τα βλέπουμε μέσα από το πρίσμα τόσο του ιστοριογράφου, όσο και της δικής μας πραγματικότητας.

Παρ’ότι στην επίσημη «ακαδημαϊκή» ιστοριογραφία έχει επικρατήσει ο δρόμος του Θουκυδίδη, μεταξύ των λαών και σε πιο ατομικό επίπεδο, αντιλαμβανόμαστε ότι ο δρόμος του Ηρόδοτου είναι ακόμη πολύ πιο δημοφιλής. Πλαισιώνουμε την ύπαρξή μας με αφηγήσεις – η ζωή μας ολόκληρη είναι μια αφήγηση και οι διαπροσωπικές μας σχέσεις, όπως και ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τη δική μας ζωή, πλαισιώνονται και προσδιορίζονται πολύ περισσότερο από την προσωπική μας μυθοποιϊα παρά από στεγνά, τεκμηριωμένα γεγονότα.

Όπως λέει ο ιστορικός τέχνης Τζωρτζ Κούμπλερ, η ιστορία των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και της ανθρώπινης δημιουργίας αποτελείται από «σχήματα μέσα στον χρόνο». Τα σχήματα που διαγράφουμε με τις προσωπικές μας ιστορίες και τα βιώματά μας διαπλάθουν μικρομυθολογίες, μικρές προφορικές παραδόσεις που, καθώς τις μοιραζόμαστε με τον περίγυρό μας, προστίθενται στο υφαντό της συλλογικής κοινωνικής και πολιτισμικής μας ιστορίας, κι εν τέλει καθορίζουν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε και προσδιορίζουμε τον εαυτό μας… Έτσι, αφήνουμε το δικό μας αποκλειστικό αποτύπωμα στον κόσμο που ζούμε – δημιουργώντας το δικό μας προσωπικό «σχήμα μέσα στο χρόνο».

Ας μην ξεχνάμε ότι ο χρόνος, ουσιαστικά, δεν είναι παρά η μέτρηση της κίνησης μέσα στον χώρο. Αν υποθέσουμε ότι όλη μας η ζωή είναι μια σειρά από χορευτικές κινήσεις, που διαγράφουν ένα σχήμα μέσα στον χώρο, τότε μπορούμε να το αντιληφθούμε όχι σαν μια γραμμική εξέλιξη, αλλά σαν ένα τρισδιάστατο σχήμα που δημιουργούμε με το πέρασμά μας μέσα από τον κόσμο. Το σχήμα αυτό είναι μοναδικό για τον καθένα, και δεν επηρεάζεται από τον χρόνο, ούτε καν από τον θάνατο – αρκεί να το μοιραστούμε και να το επικοινωνήσουμε. Επικοινωνώντας το, το παγιώνουμε στον χώρο, αλλά και στον χρόνο. Όπως ένας πίνακας, έτσι και μια αφήγηση δεν γερνά, παρά αποτελεί αιώνιο στιγμιότυπο της ίδιας μας της ύπαρξης στην οποία προσθέτουμε πινελιές καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Αυτή είναι η μαγεία που ίσως ενδόμυχα, ίσως συνειδητά αντιλαμβανόταν ο Ηρόδοτος, και αυτή είναι και η μαγεία των μύθων σε αντίθεση με την χρήσιμη, αλλά και στεγνή, καταγεγραμμένη ιστορία.

Η ανθρωπότητα επικοινωνεί και αυτοπροσδιορίζεται μέσω της αφήγησης μύθων πολύ πριν την εφεύρεση της γραφής. Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο οι μύθοι κοσμογονίας, τα Ομηρικά έπη, αλλά και τα έπη άλλων λαών, όπως λόγου χάρη το Μαχαμπχαράτα της Ινδίας, ή το Ουαλικό Μαμπινόγκιον, ή τα Σκανδιναβικά Έντα  παίρνουν πρωτίστως τη μορφή ποιητικών αφηγήσεων και όχι απλού χρονογραφήματος. Επίσης δεν είναι τυχαίο το συμπέρασμα του Αριστοτέλη ότι «η ποίηση είναι ανώτερη της ιστορίας, γιατί η ποίηση μιλά γι’αυτό που θα έπρεπε να αληθεύει, και όχι απλά αυτό που συνέβη». Ο Αριστοτέλης ηθικολογούσε με αυτό το συμπέρασμα, καθώς τόσο ο ίδιος, όσο και ο Πλάτωνας χρησιμοποιούσαν την ιστορική αφήγηση για να μεταφέρουν ηθικές αξίες κι έννοιες, αλλά αν αναλογιστούμε και πάλι την ευρύτερη έννοια της ποίησης και της αφήγησης, ανακαλύπτουμε μια βαθύτερη διάσταση: «Ποιώ», φυσικά σημαίνει «δημιουργώ». Ποιώντας λοιπόν την αφήγηση της ζωής μας, μπορούμε και να ποιήσουμε την ζωή και την πραγματικότητα που θα θέλαμε να έχουμε, διότι τίποτε δεν μας περιορίζει στην αφήγηση του παρελθόντος – μπορούμε να αφηγηθούμε και τα όνειρά μας για το μέλλον, ή τον εαυτό που θα θέλαμε να διαπλάσουμε. Με κάθε επανάληψη της αφήγησης, είτε σιωπηλά, είτε σε τρίτους, το φέρνουμε ένα βήμα πιο κοντά στην υλο-ποίηση.

Η μαγεία, αλλά και η σοφία των μύθων αναγνωρίζει το πέρασμα του χρόνου που αδιάκοπα μετρούσαν οι τρεις Μοίρες, κόρες της Ανάγκης: η Κλωθώ που γνέθει τις ανθρώπινες ζωές, η Λάχεσις που τις μετρά, και η Άτροπος που τις τέμνει. Αναγνωρίζει όμως και τις μυσταγωγούς της αθανασίας, που δεν είναι άλλες από τις Μούσες, και δεν είναι άλλωστε τυχαίο που η Μνημοσύνη ήταν η μητέρα των Μουσών – δηλαδή των προσωποποιημένων Τεχνών… μεταξύ των οποίων και η Ιστορία στο πρόσωπο της Κλειώς… ούτε ότι, σύμφωνα με τον Ορφικό μύθο, ήταν η Μνημοσύνη που χάριζε την αθανασία σε όσους ξέφευγαν από την πηγή της Λήθης. Σύμφωνα με τον μύθο, η Μνημοσύνη χάρισε στην ανθρωπότητα τη γραφή, και οι κόρες της τις διάφορες μορφές καλλιτεχνικής αφήγησης. Καλλιτέχνες και ιστορικοί μπορεί να μην είμαστε όλοι, αλλά είτε συνεδητά είτε ασυνείδητα, όλοι πλάθουμε τις ιστορίες μας, επικοινωνούμε τον εαυτό μας μέσα από τις αφηγήσεις μας.

Μια εύλογη αντίρρηση κάπου εδώ ίσως να ήταν ότι όσο και να πλάθουμε τις προσωπικές μας μυθιστορίες, ο χρόνος μας χαράζει, μεγαλώνουμε, γερνάμε, και φυσικά η αφήγηση μιας πραγματικότητας που θα θέλαμε να βιώσουμε δεν αποτελεί μαγική πύλη στον εκάστοτε ονειρόκοσμό μας. Πράγματι, είναι αλήθεια αυτό.

Αλλά δεν είναι η μόνη αλήθεια.

Πως το γνωρίζουμε; Μπορείτε να το διαπιστώσετε με ένα πολύ απλό πείραμα. Κλείστε τα μάτια και θυμηθείτε κάποιο στιγμιότυπο της ζωής σας, για παράδειγμα της παιδικής σας ηλικίας. Αφηγηθείτε το είτε νοερά, είτε φωναχτά, με όση λεπτομέρεια και όσο συναίσθημα μπορείτε. Όποια ηλικία και να έχετε, για τις στιγμές αυτές της αφήγησης, μπορείτε πραγματικά να πείτε ότι δεν είδατε και δεν αισθανθήκατε τον εαυτό σας εκείνον που βίωσε εκείνο το στιγμιότυπο; Πόσα άλλα αφηγήματα μοιράζεστε καθημερινά;

Κάπως έτσι κάνουμε ένα βήμα έξω από τη ροή του χρόνου και σπάμε την κλεψύδρα…

To  άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά σε ειδικό θεματικό τεύχος του περιοδικού ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ, που κυκλοφορεί με τον Ελεύθερο Τύπο, την 19/5/2012