Εισαγωγη στην Αλχημεια

Μύθοι κι αλήθειες

Πολλές φορές όταν συζητιέται επιφανειακά η αλχημεία στις μέρες μας, έχει επικρατήσει η εντύπωση ότι επρόκειτο είτε για μια εντελώς ανούσια προσπάθεια κομπογιαννιτών να πλουτίσουν μετατρέποντας τον μόλυβδο σε χρυσάφι, είτε μια πνευματική «πρωτοψυχολογία» που απλά έτυχε να συνδεθεί με πρωτόγονα χημικά πειράματα.

Δεν ισχύει καμία από τις δύο θεωρίες. Το έργο του ψυχαναλυτή Καρλ Γιούνγκ έχει ενισχύσει αρκετά τη δεύτερη, καθιστώντας πολύ δημοφιλή την έννοια της πνευματικής αλχημείας και απορρίπτοντας την πρακτική της πλευρά, αλλά στην πραγματικότητα η θεωρία και η πράξη της αλχημείας είναι ισάξιες και άρρηκτα συνδεδεμένες και δεν νοείται αλχημεία χωρίς την παράλληλη ανάπτυξη και των δύο πλευρών.

Ο διαχωρισμός μεταξύ της πνευματικής και της πρακτικής φύσης της αλχημείας, ξεκίνησε στα τέλη του 17ου αιώνα με την ανάπτυξη της θετικιστικής επιστήμης που στόχο είχε την απάλειψη κάθε είδους πνευματικής αναφοράς. Ως αποτέλεσμα, η αλχημεία δεν μελετήθηκε ξανά με τους δικούς της όρους μέχρι τις τελευταίες μόνο δεκαετίες.

Πολλοί ίσως να έχουν ακουστά την πνευματική αλχημεία, μια ιδέα που προκύπτει από το έργο του ψυχαναλυτή Καρλ Γκούσταβ Γιούνγκ. Παρ’ότι χάρη σ’εκείνον απέκτησε αρκετή δημοσιότητα η αλχημεία στον 20ο αιώνα, ο Γιούνγκ ουσιαστικά παρερμήνευσε, και κατ’επέκταση αλλοίωσε την πραγματική φύση της αλχημείας για να ταιριάξει με τη δική του θεωρία, με αποτέλεσμα να έχουν επικρατήσει στην εποχή μας Γιουνγκιανές ερμηνείες που όμως δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματική αλχημεία.

Η ιστορία της αλχημείας

Η ιστορία της αλχημείας ιχνηλατείται στα βάθη των αιώνων. Αναπτύχθηκε μέσα από τις ιερατικές διαστάσεις της αρχαίας μεταλλουργικής τέχνης: έχει αποδειχθεί ότι στα βάθη της αρχαιότητας, η μεταλλουργική τέχνη συνοδευόταν από ισχυρούς μύθους και τελετουργικές πρακτικές, ενώ οι αρχαίοι μεταλλουργοί περνούσαν από μυητικές διαδικασίες προκειμένου να τους επιτραπεί να εργαστούν με τα μέταλλα. Κάποια στιγμή αυτή η παράδοση συμπεριέλαβε διάφορες άλλες πρακτικές, όπως η επεξεργασία των υφασμάτων, των χρωμάτων, κ.ο.κ., και των ουσιών που χρησιμοποιούνταν στην πρώϊμη ιατρική, οπότε η αρχαία αλχημεία έχει συνδεθεί άρρηκτα με οποιαδήποτε διαδικασία επεμβαίνει στη Φύση – αλλά πάντοτε με τον υπέρτατο σεβασμό για τη Φύση, καθώς πιστευόταν ότι η αλχημική πράξη ήταν διαδικασία επίσπευσης φυσικών διεργασιών, και όχι επέμβασης με την σημερινή έννοια.

Η αλχημεία αναπτύχθηκε σχεδόν ταυτόχρονα στους προηγμένους πολιτισμούς της αρχαιότητας: στην Ινδία, την Κίνα και την Αίγυπτο, και στη συνέχεια και στην Ελλάδα.

Γνώρισε πολύ μεγάλη άνθηση στους Ελληνιστικούς χρόνους, και τα Ερμητικά κείμενα που αποδίδονται στον Ερμή Τρισμέγιστο (χρονολογούνται στον 20-30 αι. μ.Χ) θεωρείται ότι εμπεριέχουν μεγάλο μέρος των φιλοσοφικών διαστάσεων της αλχημικής παράδοσης.

Οι αρχές λόγου χάρη, που καταγράφονται στον Σμαραγδένιο Πίνακα: «Όπως επάνω, έτσι και κάτω», θεωρείται ότι καθρεφτίζουν την μακροκοσμική επιρροή των μικροκοσμικών πρακτικών, κι εκεί βασίζεται η διπλή φύση της αλχημείας, δηλαδή ο συνδυασμός πρακτικής και πνευματικής διεργασίας.

Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι όλη η αλχημική διαδικασία αποσκοπούσε στον ταυτόχρονο εξαγνισμό και την τελειοποίηση της ύλης και της ψυχής.

Οι αλχημιστές πίστευαν ότι ο υλικός κόσμος βρίσκεται σε μια διαδικασία εξέλιξης προς το θείο, και ότι με την συμμετοχή τους η διαδικασία μπορούσε να επισπευστεί, ανελίσσοντας ταυτόχρονα και τον άνθρωπο. Αυτό καθρεφτίζεται και μέσα στις Ερμητικές διδασκαλίες: την διαδικασία διαχωρισμού του καθαρού μετάλλου από το μετάλλευμα, την διαδικασία απόσταξης χρήσιμων ουσιών από τις πρώτες ύλες, και βασίζεται στην πεποίθηση ότι όλα τα στοιχεία μπορούν να μεταστοιχειωθούν σε όλο και πιο εξευγενισμένες μορφές, ενώ , αντιλαμβάνεται την Φύση σαν ζωντανή, ενσυνείδητη οντότητα η οποία θέλει να ανελιχθεί με τον τρόπο αυτόν, και πως το ανθρώπινο πνεύμα μπορεί, και πρέπει, να ανελιχθεί παράλληλα με αυτήν, καθώς το ανθρώπινο πνεύμα είναι αυτό που συνδέει τις έννοιες υλικού μικρόκοσμου με τον πνευματικό μακρόκοσμο.

Η αλχημική διαδικασία

Η πρακτική αλχημική διαδικασία έχει από 7 μέχρι δώδεκα στάδια τα οποία μπορούν να επαναληφθούν άπειρες φορές, αλλά μπορούμε να τα συνοψίσουμε στα εξής τέσσερα βασικά στάδια: Το νιγκρέντο/μαύρωση, το αλμπέντο/λεύκανση, η ξάνθωση, και το ρουμπέντο/ερύθρωση. Τα τέσσερα αυτά στάδια επίσης καθρεφτίζονται στην ακολουθία: Θέση-Αντίθεση-Σύνθεση-Νέα Θέση, όπου επίσης λέγεται ότι το ένα γίνεται δύο, τα δύο γίνονται τρία, τα τρία γίνονται τέσσερα, και τα τέσσερα ξαναγίνονται ένα – μια εξελικτική διαδικασία που επαναλαμβάνεται επ’άπειρον, και καθρεφτίζεται στην τετρακτύδα, ενώ σαφώς χωράει πάρα πολλές μεταφυσικές ερμηνείες.

Πρακτικά αλλά και συμβολικά, το πρώτο στάδιο του νιγκρέντο ταυτίζεται με τον θάνατο, τη σήψη, τη διάλυση και τον διαχωρισμό της χρήσιμης και καθαρής ύλης από τις ακαθαρσίες.

Στο δεύτερο στάδιο του αλμπέντο, πρέπει να πήξει και να σταθεροποιηθεί η καθαρή ύλη, να λάβει μια νέα, στέρεα μορφή.

Στο τρίτο στάδιο της ξάνθωσης, ανελίσσεται σε ανώτερη υλική μορφή, έχουμε το πρώτο βήμα της μεταστοιχείωσης από κάτι ναι μεν αγνό, αλλά σε λανθάνουσα κατάσταση, ή κατάσταση ύπνου, σε κάτι ανώτερο, που αρχίζει και αναπτύσσει τις εν δυνάμει ιδιότητές του.

Στο τελευταίο στάδιο της ερύθρωσης, το υλικό – είτε είναι φυσικό, είτε ανθρώπινο, ωριμάζει και τελειοποιείται, εκφράζοντας πια ενεργά το απόλυτο απόσταγμα του είναι του.

Αυτή η διαδικασία μπορεί να επαναληφθεί άπειρες φορές καθώς θεωρείται ότι με κάθε επανάληψη πραγματοποιείται μια νέα μεταστοιχείωση, μέχρις ότου φτάσει η πνευματική ένωση και τελείωση.

Στην σωστή – κατά τους αλχημιστές – εκτέλεση αυτής της διαδικασίας, ό,τι συμβαίνει σε φυσικό επίπεδο πρέπει να αντανακλάται σε πνευματικό επίπεδο: καθώς δηλαδή ο αλχημιστής εκτελεί το κάθε βήμα της πρακτικής διαδικασίας πρέπει να δουλεύει και με τον εαυτό του, και να ακολουθήσει μέσα του την αντίστοιχη πνευματική διαδικασία, αλλιώς η προσπάθειά του είναι καταδικασμένη. Εξίσου, αν ακολουθήσει μονάχα την πνευματική διαδικασία, απορρίπτωντας την φυσική διάσταση, είναι σαν να μην αναγνωρίζει τον βαθμό στον οποίο είναι αλληλένδετη η Φύση με το πνεύμα, σαν να μην αναγνωρίζει ότι η Φύση αποτελεί συνειδητή μήτρα όλης της ύπαρξης, οπότε και πάλι είναι καταδικασμένος να αποτύχει αφού διαχωρίζει τα στοιχεία αυτά που είναι αλληλένδετα.

Όλη αυτή η διαδικασία σαφώς κι έχει μύριες μεταφυσικές και συμβολικές προεκτάσεις, και όπως ανέφερα, από την αρχαιότητα περιβλήθηκε από ιερές και μυθικές διαστάσεις, οι οποίες ουσιαστικά έγιναν το όχημα, η γλώσσα, και ο τρόπος με τον οποίο μεταφέρθηκε η παράδοση αυτή μέσα στους αιώνες.

Υπάρχουν στοιχεία από τον 5ο αι. μ.Χ., όπου ο Ολυμπιόδωρος ισχυρίζεται πως οι αλχημιστές έκρυψαν τα μυστικά τους μέσα στη μυθολογία, και είναι αρκετοί οι αλχημιστές  οι οποίοι πίστευαν ότι όλη η αρχαία μυθολογία δεν ήταν τίποτε άλλο παρά κωδικοποιημένα αλχημικά μυστικά. Αυτή η θεωρία έφτασε στο απόγειό της κατά την Αναγέννηση όπου για μερικές χρυσές δεκαετίες, η ανάπτυξη της αλχημικής βιβλιογραφίας σημείωσε τρομερή άνθηση, παράλληλα με την ξαφνική άνθηση όλων των εσωτερικών παραδόσεων: ιστορικό γεγονός που οφείλεται κυρίως στην ανακάλυψη και μετάφραση των Ερμητικών κειμένων την εποχή εκείνη.

Η αλχημεία στην Αναγέννηση

Στον 17ο αιώνα, η Ευρώπη ήταν όχι απλά διχασμένη όσο θρυμματισμένη λόγω των θρησκευτικών πολέμων που προκάλεσε η εμφάνιση του Λουθηρανισμού και των τεράστιων κοινωνικοπολιτικών αλλαγών που άρχισε να προκαλεί. Στον αιώνα αυτόν, τα φώτα και ο ανθρωποκεντρισμός της Αναγέννησης εξελίχθηκαν παράλληλα με αιματοχυσίες, και θεμελιώδεις αλλαγές σε όλα τα επίπεδα. Οι απαράμιλλες καλλιτεχνικές και αρχιτεκτονικές δημιουργίες συμβάδισαν με την αμφισβήτηση των ανθρώπινων θεσμών και μιας γενικευμένης ανασφάλειας και αποπροσανατολισμού. Η εκκλησία άρχισε να χάνει την απόλυτη κυριαρχία της στα κρατικά ζητήματα και ειδικά η γραμματιζούμενη τάξη συνειδητοποίησε – για πρώτη ίσως φορά μετά από 1500 χρόνια, ότι ο κάθε άνθρωπος μπορεί να πάρει στα χέρια του το πεπρωμένο του, αντί να εξαρτάται από ηγεμόνες εκκλησιαστικούς ή κοσμικούς.

Όλα αυτά ξετυλίγονται σε έναν κόσμο όπου η εικόνα, η οπτική, και η γλώσσα των συμβόλων – απόκρυφων η μη – είναι ο κυρίαρχος τρόπος επικοινωνίας… Δεν υπάρχει διαδίκτυο ή τηλεόραση – υπάρχουν τα εμβλήματα, οι θυρεοί, και η ζωγραφική: ο εκάστοτε ηγεμόνας δεν εμπνέει τον σεβασμό με την ρητορική του, αλλά μέσω της φήμης του και του επίσημου πορτραίτου του που βρίθει από διακριτικό αλλά ευανάγνωστο συμβολισμό. Ο αγράμματος δεν διαβάζει το Ευαγγέλιο, αλλά παρατηρεί τις συμβολικές παραστάσεις και τον διάκοσμο σε όλα τα σημεία του περιβάλλοντός του. Όλα μετατρέπονται σε σύμβολα και όλα είναι οιωνοί – από το πέταγμα ενός πουλιού ή το σχήμα των νεφών.

Αν σε μας αυτό φαντάζει κάπως αλλόκοτο, για τους ανθρώπους εκείνης της εποχής ήταν καθημερινότητα, αλλά όσο πιο περίπλοκο το αναφορικό πλαίσιο, τόσο πιο μεγάλη παιδεία χρειαζόταν για να ερμηνευθεί η εκάστοτε εικόνα. Αυτός ο τρόπος έκφρασης κορυφώθηκε στην Αναγέννηση, και φυσικά για τους αλχημιστές η εικαστική γλώσσα που χρησιμοποιούσε ένα αναφορικό πλαίσιο που μόνο εκείνοι γνώριζαν, ήταν και ο ιδανικός τρόπος μεταφοράς των μυστικών τους.

Μια εικόνα γινόταν πραγματικά χίλιες λέξεις, αφού με μια μόνο αλχημική γκραβούρα μπορούσαν να παρουσιάσουν ολόκληρο παλίμψηστο που θα απεικόνιζε και τις πρακτικές, και τις θεωρητικές διαστάσεις της αλχημικής διαδικασίας. Ήταν εγγυημένο ότι τα αλχημικά αυτά μυστικά δεν θα αποκαλύπτονταν σε κομπογιαννίτες, και πως δεν θα ήταν παρεξηγήσιμες από την ολοένα πιο καχύποπτη Ιερά Εξέταση, αφού ήταν θεμιτή η απεικόνιση μυθολογικών παραστάσεων λόγω του ιστορικού τους βάρους.

Ταυτόχρονα, η πνευματική και διανοητική διαδικασία της αποκρυπτογράφησης ενός μύθου, εγγυώταν την πνευματική ανάπτυξη του επίδοξου αλχημιστή παράλληλα με την όποια πρακτική διαδικασία αναλάμβανε. Έτσι η συμβολική απεικόνιση που χρησιμοποιούσε μυθολογικό αναφορικό πλαίσιο, έγινε ο προτιμότερος τρόπος μεταλαμπάδευσης της αλχημικής παράδοσης την εποχή εκείνη.

Ο Κόμης Μιχαήλ Μάιερ

Μεταξύ των πιο εκλεκτών και περίτεχνων αλχημικών παραστάσεων, είναι τα έργα του Κόμη Μιχαήλ Μάϊερ, ενός αλχημιστή, γιατρού, και διπλωμάτη που έζησε τον 16ο-17ο αιώνα. Ο Μάϊερ ήταν πολυγραφότατος συγγραφέας, ενώ το βιβλίο του “Η Αταλάντη Δραπετεύει” του 1617 έχει καταγραφεί σαν το πρώτο έργο πολυμέσων στην ιστορία, καθώς συμπεριλαμβάνει κείμενα, μια σειρά από πενήντα συμβολικές εικόνες, οι οποίες συνοδεύονται από πενήντα φούγες – μικρές μουσικές συνθέσεις που η καθεμία έπρεπε να τραγουδιέται ή να ακούγεται – σύμφωνα με τις οδηγίες του Μάϊερ, ενώ ο αναγνώστης μελετούσε παράλληλα το αντίστοιχο κείμενο κι έμβλημα του βιβλίου.

Ο Μάϊερ διέθετε πλούσια βιβλιοθήκη, και τεράστια γνώση γύρω από την αρχαία μυθολογία και τις αρχαιοελληνικές μυητικές παραδόσεις, και πίστευε πως η μυθολογία ήταν το ιδανικό όχημα για τις αλχημικές διδασκαλίες. Ο ίδιος λέει πως «τα ιερογλυφικά και οι μύθοι της αρχαίας Αιγύπτου και της Ελλάδας ερμηνεύονται ως αναπαραστάσεις των συμπαντικών αλχημικών διαδικασιών, και αποτελούν την παρθένα γλώσσα που συνάγουμε απευθείας από τον Δημιουργό» Πίστευε δηλαδή, ότι μέσα από τους μύθους μπορούμε να μάθουμε την γλώσσα του Θεού.

Ο Μάϊερ δεν υπήρξε ποτέ μέλος καμιάς εσωτερικής σχολής, καθώς αυτές, με την έννοια που γνωρίζουμε σήμερα, άρχισαν να εμφανίζονται για πρώτη φορά προς τα τέλη του 17ου αιώνα, μετά τον θάνατό του.

Ήταν ένθερμος και παθιασμένος αναζητητής και θαυμαστής της μυστήριας Ροδοσταυρικής αδελφότητας που φερόταν να είχε εκδόσει στις αρχές του 17ου αιώνα τα τρία Ροδοσταυρικά μανιφέστο, αλλά η οποία σαν αδελφότητα – αν υπήρξε, δεν άφησε ίχνη, παρά μόνο πυροδότησε την μεταγενέστερη ανάπτυξη τέτοιων αδελφοτήτων.

Αν υπήρξε Ροδοσταυρική αδελφότητα την εποχή των Μανιφέστο- κάτι που δεν επιβεβαιώνεται ιστορικά – ο Μάιερ δεν τους βρήκε ποτέ. Από τα γραφόμενα του ξέρουμε ότι αναζητούσε μια ζωή καθοδηγητές να τον βοηθήσουν στο μοναχικό ταξίδι του, και πως εν τέλει θεώρησε πως το καλύτερο που μπορούσε να κάνει ήταν να αφήσει κάποια ψίχουλα, όπως λέει, για τους εξίσου μοναχικούς αναζητητές που θα τον ακολουθούσαν. Η μοναξιά και η μελαγχολία που τον χαρακτήριζαν είναι έντονο γνώρισμα της κινητήριου δύναμής του. Οπότε είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως ο Μάιερ δεν επηρεάστηκε από κάποιον τέτοιο κύκλο, αλλά αντιθέτως, οι διδασκαλίες του αποτέλεσαν πυρήνα των πρώτων αδελφοτήτων και εσωτερικών σχολών που δημιουργήθηκαν μετέπειτα – και οφείλεται αποκλειστικά στον Μάιερ η τόσο στενή σύνδεση μεταξύ Ροδοσταυρικής φιλοσοφίας και αλχημείας.

Αυτή η ανεκπλήρωτη ευχή του Μάϊερ για τις μυήσεις που θα του αποκάλυπταν τα τελικά βήματα της αλχημικής τελείωσης – στόχος στον οποίο αφιέρωσε όλη του τη ζωή – φαίνεται να ήταν και ο σκοπός της δημιουργίας του βιβλίου του, «Η Αταλάντη Δραπετεύει». Στην απεγνωσμένη αναζήτηση του για καθοδήγηση από αδελφές ψυχές, και με την βαθύτατη πεποίθηση ότι η αλχημεία – ψυχική και πρακτική – είναι η υπέρτατη μύηση αλλά και λύτρωση, με το βιβλίο αυτό ο Μάϊερ δημιούργησε ένα εγχειρίδιο καθαρά μυητικού χαρακτήρα, δομημένο γύρω από την αλχημική διαδικασία.

Το βιβλίο περιέχει τα εξής βασικά στοιχεία:

  • Εικόνες και αναφορές σε αρχαίους, κυρίως Ελληνικούς μύθος, απεικονίσεις κοινών θνητών, και ουροβόρων φιδιών.
  • Τα μυστικά της Βασιλικής Τέχνης κρυμμένα σε εικόνες, στίχους, και φούγες.
  • Πενήντα αλχημικές εικόνες που εμβαθύνουν σε τρεις ή παραπάνω χιλιετηρίδες μυθολογίας και απόκρυφης γνώσης – αλλά που δεν ακολουθούν την σωστή σειρά της αλχημικής διαδικασίας.
  • Την προσήλωση σε έναν και μόνο σκοπό: την ανάπλαση της φύσης και του ανθρώπου, με γέφυρα την ίδια του την ψυχή και αντάλλαγμα την υπέρτατη μύηση – για όσους μπορούσαν να ακολουθήσουν.

 

Στο βιβλίο του Μάϊερ οι εικόνες συμπυκνώνουν όλη την ουσία. Η κάθε εικόνα συνοδεύεται από μια σύντομη λεζάντα, ένα εξάγραμμο στίχο, και μερικές σελίδες επεξήγησης, αλλά και σύντομα μουσικά κομμάτια επάνω στο ίδιο μοτίβο, που η τονικότητά τους αλλάζει καθώς αλλάζει η εικόνα. Με αυτόν τον τρόπο ο Μάϊερ προσέφερε ερεθίσματα αισθητικά και συμβολικά– μέσω της εικόνας και της μουσικής, εγκεφαλικά – μέσω των συχνά αινιγματικών λεζάντων, και μέσω του σχολιασμού που συχνά περιείχε αναφορές ή αποφθέγματα από αρχαίους φιλοσόφους, μεσαιωνικούς αλχημιστές, και ιερά κείμενα. Έτσι ο αναγνώστης βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα συνονθύλευμα ερεθισμάτων που πολύ πέρα από τον επιμορφωτικό και καλλιτεχνικό τους χαρακτήρα, εμπεριέχουν και στρώσεις επί στρώσεων συμβολισμού.

Ο Μάϊερ έχει αφήσει αρκετά εκνευριστικά αινιγματικά στοιχεία, που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πιθανότατα το κλειδί για τη σωστή σειρά των εικόνων και των υπόλοιπων στοιχείων να βρίσκεται στις Πυθαγόρειες διδασκαλίες αρμονικής και γεωμετρίας.1

Το βιβλίο αυτό ο Μάϊερ δεν το σχεδίασε σαν μια όμορφη και επιμορφωτική προσθήκη στην αλχημική μας βιβλιοθήκη, αλλά ως έναν τεράστιο γρίφο με το οποίο ο σοβαρός αναγνώστης αναγκαζόταν να δουλέψει προκειμένου να ξεκλειδώσει τα μυστικά του, ως δηλαδή ένα μυητικό σύστημα βασισμένο στην αλχημική ακολουθία. Δεν υπάρχουν τελετουργίες και τυπικά στο Αταλάντα Φούγιενς, αν και βασικά η ίδια η αλχημική διαδικασία είναι το μόνο τυπικό που χρειάζεται. Το πρίμα ματέρια – η πρώτη ύλη – είναι ο ίδιος ο υποψήφιος αναγνώστης, με όλη την φθαρτή και συνάμα θεϊκή του φύση, που θα αναγκαζόταν να ερμηνεύσει τις έννοιες ανάμεσα από τις στρώσεις συμβολισμού για να κατανοήσει τι θέλει να πει ο Μάιερ.

Ο Μάϊερ αναφέρει επίμονα σε πολλά έργα του, ότι προκειμένου κανείς να κάνει το πρώτο βήμα στο αλχημικό μονοπάτι, πρέπει να γνωρίζει ΓΙΑΤΙ το κάνει, και τονίζει επανειλημμένως ότι το πρώτο σκαλοπάτι είναι πάντοτε να γνωρίζουμε τον Σκοπό της Τέχνης. Τον λόγο δηλαδή, για τον οποίο ασχολούμαστε με αυτήν. Στη συνέχεια, θα πρέπει να μελετήσει εμπράκτως τη φύση, αλλά και να αναπτύξει τις γνώσεις του σε βαθμό που να μπορεί να αποκωδικοποιήσει τις οδηγίες των παλαιότερων αλχημιστών, που κρύβονται μέσα σε μύθους και εικόνες, ενώ τέλος, θα πρέπει να συνδυάσει αυτά τα δύο στοιχεία με μια έντιμη και αγνή πνευματικότητα που θα αντιλαμβάνεται το κάθε βήμα στο αλχημικό μονοπάτι σαν ένα μικρό έργο θεουργίας.

Κλείνοντας, θα ήθελα απλά να σταθώ στα πιο σημαντικά στοιχεία που αποκαλύπτει ειδικά η διδασκαλία του Μάϊερ, η οποία βασικά καθρεφτίζει την ουσία της αλχημείας όπως εκφράστηκε την χρυσή εκείνη εποχή. Ένα από αυτά είναι η επιμονή στον συνδυασμό θεωρίας και πράξης, και το δεύτερο είναι τα πολύπλευρα σκέλη της μυητικής διαδικασίας που ο ίδιος πρότεινε: δηλαδή ο συνδυασμός γραμματικών γνώσεων, μυθικής και συμβολικής ερμηνευτικής, κι έκθεση στο Αγαθό και το Ωραίο μέσω των τεχνών.

Για όποιον αναρωτιέται πως μπορεί να φανεί χρήσιμο ένα τέτοιο μονοπάτι στις μέρες μας, ναι μεν υπάρχουν πολλοί ενεργοί αλχημιστές (ναι, με την παραδοσιακή έννοια!) , αλλά για τους περισσότερους η εργαστηριακή αλχημεία είναι μάλλον κάτι το αδύνατο. Ωστόσο, υπάρχουν άλλα στοιχεία της έμπρακτης αλχημείας που μπορούν όλο να εφαρμόσουν, με την παρέμβαση στον υλικό και φυσικό κόσμο με την συμπεριφορά μας, με την αλληλεγγύη στους συνανθρώπους μας, την περιβαλλοντική ευαισθησία και κυρίως, τον αυτοπροσδιορισμό μας ως παιδιά της Φύσης και του Ουρανού: οντότητες που συνθέτουν και τα δύο αυτά στοιχεία εντός τους. Από αυτή τη σκοπιά, η αλχημεία αποτελεί παράδοση της οποίας η ουσία εξακολουθεί να είναι εξίσου σχετική στις μέρες μας όσο ποτέ.

 

Σύνοψη:

  • Η αλχημεία αποτελείται από συντονισμένη νοητική θεωρία, εργαστηριακή, και πνευματική πράξη. Ολοκληρωμένη αλχημεία δεν νοείται χωρίς θεωρία ΚΑΙ πράξη.
  • Σκοπός της η ταυτόχρονη εξέλιξη της Φύσης δια του Ανθρώπου, και του Ανθρώπου δια της Φύσης.
  • Είναι αδύνατον να γίνει κατανοητή μόνο με την κυριολεκτική ερμηνεία των συμβόλων της. Απαιτεί αλληγορική και συμβολική προσέγγιση.
  • Δεν είναι ούτε κεκαλυμμένη ψυχολογία, ούτε πρώιμη χημεία. Έχει στοιχεία και από τα δύο αλλά είναι κάτι περισσότερο.
  • Είναι παράδοση με ρίζες στην αρχαιότητα, γνώρισε μεγάλη άνθηση στη Μεσόγειο στους Ελληνιστικούς χρόνους, στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη από τον μεσαίωνα και ύστερα, ενώ άρχισε να φθίνει με την έλευση του θετικισμού.
  • Μέρος του συμβολισμού της ενσωματώθηκε στα τυπικά εσωτερικών αδελφοτήτων για τη διάσωσή της.
  • Για τον αποσυμβολισμό των αλχημικών παραστάσεων απαιτείται γνώση του συμβολικού αναφορικού πλαισίου (μύθοι, μυητικές παραδόσεις, Ερμητική και Νεοπλατωνική παράδοση).
  • Οι πρωτογενείς πηγές μετά το 1700 δεν είναι απόλυτα έγκυρες. Απαιτείται προσοχή στην επιλογή δευτερογενών πηγών για την σωστή μελέτη της αλχημείας. Ειδικά οι εσωτερικές πηγές του 19ου αιώνα είναι εξαιρετικά επισφαλείς διότι ερμηνεύουν εκ νέου ψήγματα της παράδοσης από υποκειμενική σκοπιά, και δεν παρουσιάζουν ολοκληρωμένα την αλχημική παράδοση.

 

Για μια πολύ πιο αναλυτική προσέγγιση στο έργο του Μάιερ, πατήστε εδώ.

Βιβλιογραφία

… lege et relege …

Σχετικά με την καταγωγή της αλχημείας στην αρχαία μεταλλουργία βλ:

  • Mircea Eliade, The Forge and the Crucible, 2nd edn., trans. Stephen Corrin (Chicago, UCP: 1978)
  • Papers from Ambix, Allen J. Debus ed. (Jeremy Mills, 2004)

Σχετικά με το έργο του Μιχαήλ Μάϊερ, αναπαραγωγή του πλήρους κειμένου, με όλες τις γκραβούρες και σχολιασμό βρίσκεται στο:

  • H.M.E. de Jong, Michael Maier’s Atalanta Fugiens (Leiden: Brill, 1969; York Beach, Maine: Nicolas-Hays, 2002)

Εκτενής σχολιασμός:

  • Hereward Tilton, The Quest for the Phoenix: Spiritual Alchemy and Rosicrucianism in the Work of Count Michael Maier (Berlin; New York: de Gruyter, 2003)

Εγχειρίδιο αλχημικών συμβόλων:

  • Lyndy Abraham, A Dicionary ofAlchemical Imagery (Cambridge: Cambridge University Press, 1998)

Σύντομη εισαγωγή με πλήρεις πηγές:

  • Roberts, Gareth, The Mirror of Alchemy, (London: British Library, 1994)

Λεπτομερείς μελέτες:

  • Thorndike, Lynn, History of Magic and Experimental Science up to the Seventeenth Century (New York, 1929-1958)
  • Pagel, Walter,‘ Paracelsus and the Neo-Platonic and Gnostic tradition,’ Ambix, vol. VIII , no. 3 (October 1970), pp. 125-166
  • Haage, Bernard D. ‘Alchemy II: Antiquity-12th Century’, Dictionary of Gnosis and Western Esotericism, ed. by Wouter J. Hanegraaff et al (Leiden: Brill, 2006)
  • Gnosis and Hermeticism from Antiquity to Modern Times, R. van den Broek & W.J. Hanegraaff eds. (New York: SUNY, 1998)

Διαδικτυακές πηγές:

  • Adam McLean’s Alchemy Website

<http://www.alchemywebsite.com/>

 

Alchemy: A Bibliography of English Language Writings

<http://www.alchemy-bibliography.co.uk/online.shtml>

…ora et labora…

1The number five, significant in the Pythagorean system, also signifies the four material elements plus the fifth of the spirit or ether. If Pythagorean theory is the key to the Atalanta it might be suggested that the subdivision works out at five times ten along a Pythagorean pattern. The discourse for Emblem I provides a number of clues: The Question is: Who is He that ought to be carried by Winds? I answer: Chymically it is Sulphur which is carried in Argent Vive. Physically it is the Embryo, which in a little time ought to be borne into the light. I say also that Arithmetically it is the Root of a Cube; Musically it is the Disdiapason; Geometrically it is a point, the beginning of a continued running line; Astronomically it is the Center of the Planets Saturn, Jupiter & Mars. We have already examined the alchemical and physical aspects of this explanation. Arithmetically, the root of a cube is a square. The ‘Disdiapason’ (δις= two, διαπασών = octave) is known as the Greater Perfect System of Western musical theory based on the Pythagorean division of two octaves. The Pythagorean proportion of 1:2:3:4 was considered the most harmonious proportion, is the structure of the Pythagorean Tetractys, and strengthened the belief in the esoteric concordance between music, mathematics, and the universe. The ‘center’ of Saturn, Jupiter and Mars, is the sign of Pisces . according to the Picatrix, which may be identifying Pisces with the figure of Christ. Both the musical and mathematical clues lead to Pythagoras, considered by Maier to be one of the significant links in the chain of transmission of the alchemical wisdom of Hermes Trismegistus, brought to Greece ‘via the travels of Pythagoras in Egypt.’