Άρης και Αφροδίτη, του Σάντρο Μποτιτσέλι

Από τη μηνιαία στήλη ΣΙΩΠΗΛΗ ΠΟΙΗΣΗ που δημοσιεύεται στο περιοδικό ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ, ειδικό ένθετο του Ελεύθερου Τύπου του Σαββάτου.


Ο πίνακας του Σάντρο Μποτιτσέλι (1483) ονομάστηκε “Άρης και Αφροδίτη” τον 19ο αιώνα, αλλά ο πραγματικός τίτλος του πίνακα έχει χαθεί, και δεν γνωρίζουμε την ταυτότητα του ζευγαριού που απεικονίζει. Το μόνο που γνωρίζουμε με σιγουριά, με βάση τον κοινωνικό κύκλο του Μποτιτσέλι την συγκεκριμένη εποχή, είναι ότι πρόκεται για αλληγορία και πως ο ζωγράφος εμπνεύστηκε βαθιά από την νεοπλατωνική σκέψη του Μαρσίλιο Φιτσίνο, χάρη στον οποίο ο Δυτικός πολιτισμός ξαναγνώρισε τα γραφόμενα του Πλάτωνα, των Νεοπλατωνιστών της Ελληνιστικής εποχής, και τα κείμενα του Ερμή Τρισμέγιστου. Στην τέχνη της Ιταλικής Αναγέννησης η χρήση της οπτικής αλληγορίας ήταν απόλυτα συνηθισμένο φαινόμενο, άρα και σε κάθε προσπάθεια ερμηνείας του πίνακα πρέπει να έχουμε ως πλαίσιο αναφοράς τη σιωπηλή, συμβολική γλώσσα των καλλιτεχνών της Αναγέννησης.

Οι συμβατικές αναλύσεις του πίνακα κάνουν λόγο για μια αλληγορία που απεικονίζει τον ευτυχή έγγαμο βίο, συμπέρασμα που βασίζεται στην ηρεμία των πρωταγωνιστών του. Το γεγονός ότι ο “Άρης” κοιμάται ενώ η “Αφροδίτη” τον κοιτάζει γαλήνια έχει ερμηνευτεί ως αλληγορική απεικόνιση του συλλογισμού ότι ο έρως ανίκατε μάχαν: η Αφροδίτη παραμένει ξάγρυπνη και ήρεμη, τα μαλλιά και τα ρούχα της περιποιημένα, ενώ ο Άρης έχει αφοπλιστεί πλήρως αφού οι μικροί σάτυροι τον έχουν αφοπλίσει, ενώ αυτός παραδίνεται στον ύπνο… του ερωτευμένου.

Είναι μια χαριτωμένη ερμηνεία, ωστόσο πρόκειται μόνο για την κορυφή του παγόβουνου. Όπως προανέφερα, δεν γνωρίζουμε τον αληθινό τίτλο του πίνακα, οπότε δεν γνωρίζουμε αν το ζευγάρι πρόκειται καν για τον Άρη και την Αφροδίτη. Αν όντως απεικονίζει το Ολύμπιο ζευγάρι, τότε η παραπάνω ερμηνεία είναι τουλάχιστον αφελής, καθώς σύμφωνα με τη μυθολογία, η Αφροδίτη ήταν σύζυγος του Ηφαίστου, και κρυφή ερωμένη του Άρη. Όταν ο Ήφαιστος έπιασε το ζευγάρι να ερωτοτροπεί τους έσυρε μπροστά στους υπόλοιπους θεούς για να τους ρεζιλέψει…. μια εικόνα που μάλλον δεν θυμίζει την έννοια του ευτυχισμένου έγγαμου βίου!

Μια άλλη, αμφιλεγόμενη ερμηνεία του πίνακα θεωρεί ότι ίσως να απεικονίζει τον Μέγα Αλέξανδρο με τη σύζυγό του Ρωξάνη, εμπνευσμένη από μια περιγραφή του Λουκιανού όπου αναφέρεται στο πορτραίτο του ζεύγους που ζωγράφισε ο Αέτιος. Επιπλέον, λόγω της ομοιότητας των προσώπων με άλλα πορτραίτα του Μποτιτσέλι, έχει θεωρηθεί ότι ίσως να γίνεται παρομοίωση του βασιλικού ζεύγους της αρχαιότητας με τον Τζιουλιάνο ντε Μεντίτσι, γόνο των πατρόνων του Μποτιτσέλι, και την ερωμένη του, Σιμονέτα. Έτσι θεωρούν κάποιοι ιστορικοί τέχνης, ότι ο ζωγράφος ήθελε να παρουσιάσει ταυτόχρονα τρια στρώματα ιστορικών ερωμένων, κάνοντας αναφορά στην Ελληνιστική εποχή, τη δική του, και ταυτόχρονα τους Ολύμπιους θεούς.

Ωστόσο, αν εξερευνήσουμε τον πίνακα στα συμφραζόμενα της άνθησης του ουμανισμού και της μαγικής χρήσης των συμβόλων που συνηθιζόταν τότε, ίσως παρατηρήσουμε κάποιες πολύ βαθύτερες και πιο ενδιαφέρουσες έννοιες. Τίποτα απ’όσα βλέπουμε δεν είναι τυχαίο και δεν βρίσκεται εκεί απλά για διακοσμητικούς λόγους. Η δομή της σύνθεσης βασίζεται στην αρμονία της χρυσής τομής – δηλαδή ο καλλιτέχνης έχει τοποθετήσει τα πάντα βάσει συγκεκριμένης γεωμετρικής αρμονικής. Απορία δημιουργεί η παρουσία των μικρών σάτυρων, καθώς βάσει της συνηθισμένης καλλιτεχνικής έκφρασης της εποχής, θα ταίριαζαν πολύ καλύτερα μικροί φτερωτοί “έρωτες” με τόξο και βέλος. Κάτι τέτοιο υπαινίσσεται σχέση σαρκικού πάθους και όχι πνευματικού έρωτα – κάτι που όμως δεν ταιριάζει ούτε με το ειδύλλιο του Άρη με την Αφροδίτη, ούτε με μια αλληγορία παντρεμένου ζευγαριού. Επίσης μια τέτοια ερμηνεία αντιφάσκει με τη σχεδόν αιθέρια και σαφώς σεμνή παρουσία της “Αφροδίτης.”

Ας δούμε λίγο καλύτερα τους μικρούς σάτυρους, ξεκινώντας από αριστερά. Ο πρώτος έχει σφετεριστεί την περικεφαλαία του “Άρη”, δίνοντας μια σχεδόν χθόνια εικόνα. Ο δεύτερος έχει ιδιοποιηθεί τη λόγχη – φαλλικό σύμβολο εξ’ανέκαθεν, κάτι που επιβεβαιώνεται από τον τρόπο με τον οποίο καταλήγει στην κουφάλα του δέντρου. Ο τρίτος φυσά μέσα σε ένα μεγάλο κοχύλι ο οποίος έχει διττό συμβολισμό – τόσο ερωτικό όσο και μουσικό, και ο τελευταίος κρύβεται μέσα στον θώρακα του “Άρη,” ενώ στο αριστερό του χέρι κρατά ένα φρούτο που μοιάζει εξαιρετικά με το παραισθησιογόνο ντατούρα (διαβολόχορτο). Οι τέσσερις σάτυροι έχουν ερμηνευτεί ως σύμβολα των τεσσάρων φυσικών στοιχείων: ο πρώτος ως γη, ο δεύτερος με τη λόγχη ως φωτιά, καθώς τα αιχμηρά όπλα συμβολίζουν σχεδόν πάντοτε τη φωτιά στην εμβληματική παράδοση της εποχής. Ο τρίτος ερμηνεύεται ως αέρας, καθώς η μουσική ταυτιζόταν με το στοιχείο του αέρα με τον οποίο ο Φιτσίνο θεωρούσε ότι “ταξιδεύει”, και ο τελευταίος που “ξεχύνεται” μέσα από τον θώρακα, με το νερό. Οπότε αμέσως αμέσως έχουμε ένα πολύ διαφορετικό αναφορικό πλαίσιο, που παραπέμπει τόσο σε Πυθαγόρεια ερμηνευτικά σχήματα, όσο και σε νεοπλατωνικούς συμβολισμούς, κάτι που συμβαδίζει με τα ενδιαφέροντα και τον πνευματικό περίγυρο του ζωγράφου.

Εαν οι σάτυροι απεικονίζουν τα τέσσερα στοιχεία, τότε το ζευγάρι της εικόνας αποκτά πολύ διαφορετική συμβολική έννοια. Η αιθέρια γυναικεία μορφή σε αντιπαράθεση με την γήινη αντρική φιγούρα παραπέμπουν στο δίπολο πνεύματος-ύλης, ταυτόχρονα υπαινισσόμενοι την λανθάνουσα πνευματικότητα που κείτεται “εν ύπνω” μέσα στην ύλη. Για να αφυπνιστεί απαιτείται ο έρωτας με την έννοια του πόθου για γνώση και πνευματικότητα. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο όταν η ύλη απεκδυθεί των “μετάλλων” – μια αλχημική αναφορά στον εξαγνισμό της ύλης ώστε να ελευθερωθεί και να λάμψει η πεμπτουσία της. Αν ανατρέξουμε σε αλχημικές συμβολικές παραστάσεις της ίδιας ακριβώς εποχής, βλέπουμε συχνά την ερωτική περίπτυξη ως σύμβολο για την επανένωση πνεύματος και εξαγνισμένης ύλης. Στον αλχημικό συμβολισμό, η γυναίκα πάντα απεικονίζεται ως βασίλισσα με λευκή φορεσιά, και συμβολίζει την ανώτερη κατάσταση της ύλης, ενώ στα τελικά στάδια της αλχημικής διαδικασίας ο άντρας φορά κόκκινα. Ο Μποτιτσέλι χρησιμοποιεί τα ίδια ακριβώς χρώματα στον πίνακά του, ενώ οι εκφράσεις και η στάση του ζευγαριού επίσης καθρεφτίζουν αλχημικούς συμβολισμούς. Η δε συμβολική γλώσσα της αλχημείας και η εμβληματική παράδοση της Αναγέννησης συνέθεσαν την συμβολική γλώσσα που συνηθιζαν να χρησιμοποιούν όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες αυτής της εποχής, άρα είναι αρκετά αξιόπιστο αναφορικό πλαίσιο.

Έτσι λοιπόν, ο πίνακας αυτός αποκτά πολλαπλά ερμηνευτικά στρώματα. Είτε ως αλληγορία για τον έρωτα, είτε ως εικονογράφηση του έρωτα των θεών, είτε ως πολυεπίπεδη σύνθεση που απεικονίζει τη σχέση της ύλης με το πνεύμα και τον έρωτα μεταξύ τους, επιβεβαιώνοντας τα λόγια του μεταφυσικού ποιητή Ουίλιαμ Μπλέηκ: “Η αιωνιότητα είναι ερωτευμένη με τα προϊόντα του Χρόνου….”